Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Οι αντιλογίες και τα πράγματα


Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης 

«Ό,τι σαλπίζει δε βοά και δενεριτυλίσσεται σα νάταν φίδι» 
Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρα  

Η ειρωνεία: Έχω επικαλεσθεί σε άλλο άρθρο μου [Το υβρίδιο της «κεντροαριστεράς» και οι λόγιοι υποστηρικτές του] τον  Αμερικανό «αριστερό» φιλόσοφο Richard Rorty αναφορικώς με την ειρωνεία:  ως ένα από τα χαρακτηριστικά του μεταμοντέρνου λόγου. Οι παρατηρήσεις του R. Rorty ήταν οι πρώτες που ήλθαν στο νου μου, όταν διάβασα κάποια σχόλια στο άρθρο μου «H post mortem θυσία του Ανδρέα Παπανδρέου» σε διάφορες ιστοσελίδες.  
Στο ιστολόγιο (papaioannou. wordpress . com) διερωτάται η  Ειρήνη [άνευ επωνύμου]: «τέτοια μελέτη του ελληνικού λεξικού για την υπεράσπιση του Γιωργάκη; Διότι περί του Γιωργάκη πρόκειται. Μπράβο». Ο καθένας δύναται να ερμηνεύσει το κείμενο με το δικό του τρόπο. Άλλωστε τα κείμενα επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις, χωρίς να σημαίνει τούτο ότι δεν υπάρχει ένας σταθερός πυρήνας νοήματος: σε καμία περίπτωση δεν είναι στις προθέσεις μου, να διασώσω πολιτικώς τον «Γιωργάκη»- καλώς ή κακώς δεν είχα ποτέ καμία σχέση με το συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. 
Η αβαθής μεταμοντέρνα ειρωνεία, εκδηλώνεται στη φράση: «τέτοια μελέτη του ελληνικού λεξικού για την υπεράσπιση του Γιωργάκη;». Εδώ εκφράζεται υπορρήτως εκείνη η εχθρότητα προς τη θεωρία, η οποία εκδηλώθηκε εντόνως από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κατέληξε στη σημερινή χυδαιότητα του λόγου: τα αποτελέσματα τούτης της εξέλιξης τα εμβιώνουμε σήμερα, τώρα που αναρριχώνται σε πανεπιστημιακές έδρες θεωρητικών σπουδών με εξαιρετική ευκολία άνθρωποι οι οποίοι δεν κατέχουν στοιχειωδώς την ελληνική γλώσσα - να δίδουν μάλιστα και  πτυχία σε «επιστήμονες» ανάλογου επιπέδου. 
Η ειρωνική έκφραση «περί μελέτης του ελληνικού λεξικού» είναι προέκταση εκείνης της επίθεσης την οποία εδέχθη ο θεωρητικός λόγος στο παρελθόν και εγχαράχθηκε σε μια χυδαία εκδοχή της καθομιλουμένης: «κουλτουριάρης» ή σε πιο ακραία ακόμη εκδοχή «θολοκουλτιουριάρης»- κάποιοι προετοίμασαν και στο πεδίο της γλώσσας την άνοδο του ακροδεξιού  ανορθολογισμού μέσω της δυσφήμισης του «θεωρητικού λόγου». 
Το μέσο: «Το μέσο είναι το μήνυμα», τούτη η κλασική πλέον διατύπωση του θεωρητικού των μέσων Marshall Mc Luhan, δεν αναφέρεται σε κάτι κοινότοπο, αλλά δηλώνει: η είδηση εξαρτάται από το μέσο στο οποίο εκ-φέρεται και μετα-φέρεται. 
Το Διαδίκτυο είναι ένα μέσο το οποίο αλλάζει πολλά δεδομένα στην «πολιτική και κοινωνική γεωγραφία» της μαζικής επικοινωνίας και πληροφόρησης: οι επιπτώσεις του στην πολιτική και κοινωνική κατάσταση του τόπου είναι αναπόφευκτεςστο χέρι μας είναι να προσδώσουμε στις όποιες αλλαγές εποικοδομητικό και δημιουργικό χαρακτήρα. Τα πράγματα στο συγκεκριμένο μέσο στην ελληνική του εκδοχή είναι απογοητευτικά: αδιάψευστο κριτήριο η κατάσταση στην ελληνική Wikipedia. [Κάποια στιγμή θα παρουσιάσω μια πιο συγκεκριμένη αναφορά στο ζήτημα και κάποιες προτάσεις επ΄ αυτού] 
Η κυριαρχία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων τις προηγούμενες δεκαετίες έφερε στο προσκήνιο μια σειρά από συμπεριφορές «θέασης» και «ακρόασης»: συμπεριφορές, οι οποίες ακύρωσαν εν πολλοίς τις διαδικασίες κριτικής σκέψης που διασφάλιζε ο γραπτός λόγοςσήμερα το κείμενο επιστρέφει και μαζί με το κείμενο και τα «λεξικά» και σε αυτό θα πρέπει να συνηθίσει η επικρίτριά μου, γιατί παραδίπλα ελλοχεύει ο κίνδυνος του  λειτουργικού αναλφαβητισμούγια ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού. Άκρως εφιαλτική προοπτική για τη χώρα: μια ματιά σε κείμενα δημοσιογράφων της τηλεόρασης στο Διαδίκτυο είναι  αποκαλυπτική.  
Συνεπώς: η κάθε Ειρήνη θα ημπορούσε να διαβάζει τα κείμενα και ως μια εξάσκηση στη λείανση και εκπλέπτυνση της ευρύτερης αντίληψής της και να μη καταλήγει με τόσο εύκολο τρόπο σε συμπεράσματα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με το περιεχόμενό των κειμένων μου. Εάν αντικαταστήσει το ειρωνικό «μπράβο» με το διερευνητικό «γιατί» θα της αποκαλυφθούν δυνατότητες, τις οποίες ούτε η ίδια φαντάζεται: τα όρια της γλώσσας μας είναι και τα όρια του κόσμου μας, για να παραφράσω ολίγο τον Ludwig Wittgensteinτότε ίσως αντιληφθεί ότι το κείμενο θέλει να ανοίξει δρόμους και όχι να τροφοδοτήσει με βεβαιότητες τους αναγνώστες, διότι το «γιατί είναι η μητέρα της επιστήμης», όπως σημείωνε ο Arthur Schopenhauer ήδη στη διδακτορική του διατριβή. [Δεν κάμω επίδειξη γνώσεων, δρόμους επιχειρώ να φωτίσω] 
Οι «παπάρες»: Η λέξη παπάρα αναφέρεται σε συγκεκριμένο είδος «γεύματος» των πτωχών: ξερό ψωμί μουλιασμένο μέσα σε γάλα ή κάποιο είδος «σούπας» – από κάποια στιγμή, όταν η αυθεντική παπάρα εξαφανίστηκε από το διαιτολόγιο των Ελλήνων, η λέξη πήρε τη μεταφορική χυδαία σημασία  που έχει σήμερα. Έτσι είναι η γλώσσα: εξελίσσεταιγια αυτό ηττήθηκαν οι οπαδοί της καθαρεύουσας 
Ο σχολιαστής του κειμένου μου με την ένδειξη «ανώνυμος» στην ιστοσελίδα «Στυλίδα η πόλη μου» διερωτάται: «τι παπάρες είναι αυτές;» Στη συνέχεια του σχολίου επιβεβαιώνει με τα λεγόμενά του την ανάλυσή μου στο άρθρο «H post mortem θυσία του Ανδρέα Παπανδρέου»: ειδικά με τις αναφορές του στα ιστορικά γεγονότα – η επιλεκτική και κατασκευασμένη μνήμη ευρίσκεται σε πλήρη δράση και αποτυπώνεται με εξαιρετικώς ανάγλυφο τρόπο. Αντιπαρέρχομαι, όλα όσα αναφέρει, ιστορικώς υπαρκτά και ανύπαρκτα για τους Παπανδρέου, όπως επίσης και την πανταχού παρούσα εκδοχή της συνωμοσίας («ο Ανδρέας εστάλη με το μανδύα του Σοσιαλιστή μετά την πτώση της χούντας να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ») και εμμένω στις «παπάρες», μιας και ο σχολιαστής επικαλείται διάφορα «αριστερά αντικαπιταλιστικά»: παραπέμπω σε έναν ηγέτη της επαναστατικής κομμουνιστικής αριστεράς, χωρίς να σημαίνει ότι ταυτίζομαι με τις γενικότερες απόψεις του, αλλά θεωρώ ότι η ακόλουθη παρατήρησή του έχει εξαιρετική σημασία: Λέων Τρόσκι – «δεσμοί σοβαροί και οικείοι με την επανάσταση αποκλείουν τον οικείο τόνο», η φράση αφορά τον Μαγιακόφσκι το συγγραφέα που «γίνεται αγοραίος». Ο «ανώνυμος» αριστερός αντικαπιταλιστής του blog οφείλει να ανακτήσει πρώτα μια κάποια σχέση με αυτό το οποίο ονομάζουμε καλλιέργεια (η λατινική λέξη είναι cultura)  και μετά να αποφαίνεται από την ασφάλεια της ανωνυμίας με «οικείο τόνο» και  χυδαίο τρόπο για κάποιους, οι οποίοι εκτίθενται δημοσίως με τα γραφόμενά τους: ο τρόπος του δείχνει ότι μόνο ένας κόσμος είναι εφικτός, εκείνος των γκούλαγκ – ας πάψουν κάποιοι να φαντασιώνονται δεξιά και αριστερά «πληρωμένους γραφιάδες» και «τσιράκια των αφεντικών», δε βγάζει πουθενά. Κανείς μας δε χρειάζεται συστάσεις: «ομιλούν» τα κείμενά μας. 
Το συμπέρασμα:  Ο σχολιαστής με τον κωδικό vantonios στο papaioannou. word.press συνοψίζει το κείμενό μου σε μια φράση, την οποία ήθελα, σύμφωνα με τη «διαπίστωσή» του, διακαώς να ειπώ, αλλά δεν είπα. Η φράση κατά το σχολιαστή είναι η ακόλουθη: «Είμαι τυφλός οπαδός του Παπανδρέου και όποιος τολμά να φέρει αντίρρηση είναι κακός αριστερός δίχως πρόταση» - αυτό δηλαδή ήθελα να ειπώ και δεν το είπα!!! 
Δε νομίζω ότι χρειάζεται κάποια απάντηση: ούτε και η άλλη «διαπίστωση» του - «μπροστά του [μπροστά μου δηλαδή] η Αυριανή είναι εφημερίδα του κατηχητικού»!!!   Στις «διαπιστώσεις» αυτές συναίνεσε και ο διαχειριστής του blog Γιάννης Παπαϊωάννου: «Σωστά τα λες Αντώνη» - η «ερώτηση-απορία» του vantonios απαντάται επαρκώς εάν διαβάσει κάποιος απροκατάληπτα διάφορα κείμενά μου στο Διαδίκτυο. Αλλά ακόμη και εάν δυσκολεύονται οι αγαπητοί φίλοι να αντιληφθούν κάποια πράγματα δεν έχουν παρά να ερωτήσουν «φίλους» ή «συντρόφους» τους στην Θεσσαλονίκη: δεν είμαι δα και κανένας άγνωστος στο «χώρο» που η ευρύτερη Αριστερά από τους αναθεματισμένους τούτες τις ημέρες «αναρχικούς» μέχρι τους κυβερνητικούς της «Δημοκρατικής Αριστεράς» ονομάζει με έκδηλη μικροαστική έπαρση «κινήματα». 
«ΠΑΟΚι»: Και για να αποκαταστήσουμε την τάξη του διαλόγου ελαφρύνοντας παραλλήλως και την ατμόσφαιρα: είναι άκρως προσβλητικό να αποκαλείς έναν οπαδό του ΠΑΟΚ και της Schalke 04 οπαδό οποιουδήποτε άλλουδεν ξέρεις σε ποιον κόσμο ζεις  
«Κειμενεργάτης»: Θα παραθέσω ένα παλαιότερο κείμενό μου από αυτά που διανέμω στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Θεσσαλονίκης, ως ένα είδος πρόσκλησης γνωριμίας προς τον αντικαπιταλιστή επικριτή μου με την πολιτική μου σκέψη: και ας κρίνει με νηφαλιότητα εάν τα γραφόμενα αφορούν σε απόψεις ενός «πληρωμένου γραφιά», «πρόθυμου και τσιράκι των αφεντικών» - από την πλευρά μου συνηθίζω να χρησιμοποιώ για τον εαυτό μου τη λέξη «κειμενεργάτης» και προσπαθώ να την τιμήσω από κάθε άποψη. [Βλ. σχετικώς την εισαγωγή στο βιβλίο μου «Κείμενα», Θεσσαλονίκη 2011] 
Η ουτοπία: Ο τίτλος του άρθρου του κειμένου, το οποίο διένειμα στους δημοτικούς συμβούλους, ήταν: «Η ρεαλιστική ουτοπία του συμμετοχικού προϋπολογισμού». 
Θεσσαλονίκη: Η πολιτική του 24χρονου συντηρητικού καθεστώτος στο δήμο Θεσσαλονίκης, χαρακτηρίζονταν από ιδεοληπτικές εμμονές, φοβικό επαρχιωτισμό, μικροαστική αλαζονεία, πολιτικοκοινωνικό αυταρχισμό, καθηλωτική εσωστρέφεια. Έτσι με την όξυνση του
αινομένου της «παγκοσμιοποίησης» ήλθε ως φυσικό φαινόμενο η διεθνής περιθωριοποίηση της Θεσσαλονίκης. Σήμερα απαιτούνται άλματα για να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Σεράγιεβο! 
Στις πιέσεις της διεθνοποιούμενης οικονομίας και με δεδομένο το σύνθετο χαρακτήρα και την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών η αποτελεσματική απόκριση στις προκλήσεις της «παγκοσμιοποίησης» διασφαλίζεται – μεταξύ άλλων- και με τη διεύρυνση της δημοκρατικής λειτουργίας σε τοπικό επίπεδο. 
Το ενδεχόμενο: Οι ενστάσεις και η καχυποψία απέναντι στο ενδεχόμενο διεύρυνσης της δημοκρατίας σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης από τους θιασώτες αυταρχικών πατερναλιστικών υποδειγμάτων λειτουργίας, άλλα και από τους υποστηρικτές διαφόρων συγχρόνων υποδειγμάτων ιδιωτικοποίησης – π.χ. cross border leasing- είναι δεδομένη΄ σήμερα, όμως, τα διάφορα ιδιωτικά εγχειρήματα χρηματοδότησης των λειτουργιών της τοπικής αυτοδιοίκησης αμφισβητούνται σφόδρα, θεωρούνται ότι ενέχουν πολύ υψηλό δείκτη οικονομικής διακινδύνευσης και γι΄ αυτό αποκαλούνται ενδεικτικώς ως «αυτοδιοικητικά εργαλεία χρηματοδότησης με προγραμματισμένη καταβαράθρωση». 
Η συμμετοχή: Πέρα από τον αυταρχικό πατερναλισμό των παλαιοσυντηρητικών και τις διάφορες «ανατρεπτικές» προτάσεις ιδιωτικοποίησης, κερδίζουν έδαφος σε παγκόσμια κλίμακα και αρχίζουν να καθορίζουν την εικόνα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης διάφορες μορφές «συμμετοχικού προϋπολογισμού» ή αλλιώς «προϋπολογισμού των πολιτών». 
Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 στο Porto Alegre της Βραζιλίας, εμφανίστηκαν τα πρώτα σπέρματα της δημοκρατικής συγκρότησης του δημοτικού προϋπολογισμού. Η συγκεκριμένη πόλη θεωρείται σήμερα ως ένα από τα πιο «άρτια υποδείγματα διοίκησης» με βάση τη συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες διαμόρφωσης του οικονομικού προϋπολογισμού. 
Το υπόδειγμα του Porto Alegre χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία, τα οποία είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, τη Δημοκρατία της Βάσης (συνεδριάσεις των πολιτών στις γειτονιές και τις κοινότητες του Δήμου), την κοινωνική δικαιοσύνη (εδώ το κλειδί ευρίσκεται στη διανομή των πόρων μέσω της χρηματοδότησης των κοινοτήτων και του τομέα υποδομών) και το δημοκρατικό έλεγχο (τον οποίο ασκούν, φυσικώς, το δημοτικό συμβούλιο και οι πολίτες). Το συγκεκριμένο υπόδειγμα συμμετοχικού προϋπολογισμού υπερέβη σύντομα τα σύνορα της Βραζιλίας, εφαρμόσθηκε σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής και εφαρμόζεται σήμερα και σε βορειοαμερικανικές μεγαλουπόλεις, όπως το Τορόντο του Καναδά. 
Η «ρεαλιστική ουτοπία»: Στη συνέχεια την τροχιά «από το Porto Alegre προς την Ευρώπη» - σύμφωνα με τον τίτλο ενός βιβλίου (“Von Porto Alegre nach Europa”)- ακολούθησε η εφαρμογή διαφόρων μορφών του συμμετοχικού προϋπολογισμού σε «κοινότητες» ευρωπαϊκών μητροπόλεων, όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, η Ρώμη και το Βερολίνο. Σήμερα πάνω από 200 πόλεις της Ευρώπης ακολουθούν πρακτικές του «συμμετοχικού προϋπολογισμού» και ο αριθμός τους αυξάνεται χρόνο με το χρόνο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του νέου υποδείγματος είναι ότι ευρήκε θετική ανταπόκριση σε χώρες με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Αλβανία [sic!] και η Βοσνία [sic!].  Η κατάσταση έχει οδηγήσει τους πολιτικούς επιστήμονες να αναρωτιούνται για το αν ο «συμμετοχικός προϋπολογισμός στην Ευρώπη», ο οποίος κινείται ανάμεσα στη «συμμετοχική δημοκρατία, τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών και την κοινωνική δικαιοσύνη», είναι μια «ρεαλιστική ουτοπία». 
Το άλλο υπόδειγμα «συμμετοχικού προϋπολογισμού» προέρχεται από το Christchurch της Νέας Ζηλανδίας και εστιάζει την πρακτική του στον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών του δήμου και απαντάται κυρίως σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Η διοίκηση του δήμου και η κεντρική εξουσία υπολογίζουν στην ανταλλαγή απόψεων και ιδεών με τους πολίτες για τη λειτουργία της «τοπικής δημοκρατίας στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης» στο πλαίσιο μιας «κοινότητας αλληλεγγύης». 
Η διαδικασία του «συμμετοχικού προϋπολογισμού» ακολουθεί μια κυκλική πορεία σε τρεις φάσεις. Η πρώτη αφορά την πληροφόρηση των πολιτών, η δεύτερη τη συζήτηση περί των θεμάτων και των οικονομικών δυνατοτήτων του προϋπολογισμού και η τρίτη αφορά τον απολογισμό της διοίκησης του δήμου απέναντι στους πολίτες. Το υπόδειγμα εμφορείται από την ιδέα μιας πρακτικής «από τον πολίτη στην κοινότητα αλληλεγγύης». 
Η ελληνική περίπτωση: Στη χώρα μας ο «συμμετοχικός προϋπολογισμός» είναι μια ελπιδοφόρα απόκριση απέναντι στις επιπτώσεις της σημερινής γενικότερης αποδιάρθρωσης του οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος και στην κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο «προϋπολογισμός των πολιτών» είναι η απάντηση και στο αδιέξοδο της Θεσσαλονίκης. Η δημοτική αρχή οφείλει να συμβάλλει με τη λειτουργία και τις πρωτοβουλίες της στη δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος, ώστε ο επόμενος οικονομικός προϋπολογισμός να φέρει τη σφραγίδα της συμβολής όσο το δυνατόν περισσότερων πολιτών της πόλης. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο χρειάζονται διαδικασίες προβούλευσης καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους για καίρια ζητήματα, εμπλοκή και συμμετοχή των πολιτών σε διάφορους τομείς αποφάσεων και λειτουργίας, διαρκείς επιμόρφωση των πολιτών μέσα από νέους θεσμούς, επιμόρφωση του ληθαργούντος προσωπικού του Δήμου, ενημέρωση και ενεργοποίηση των κοινοτήτων κλπ. 
Οι πολίτε
ς: Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης δικαιούνται να μετέχουν στη διαμόρφωση των συνθηκών ζωής τους. Η δημοτική αρχή έχει την ιστορική ευθύνη να ανοίξει το δρόμο για μια νέου τύπου διακυβέρνηση, να μετατρέψει την πόλη σε μια «κοινότητα αλληλεγγύης». 
Από την άλλη οι πολίτες θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η διοίκηση της πόλης είναι και δική τους υπόθεση. Η δημοκρατία δε λειτουργεί με απαθείς και ανενεργούς πολίτες. Μια διαπίστωση η οποία τη συνοδεύει από τα πρώτα νηπιακά της βήματα στην ελληνική αρχαιότητα. 
Επιμύθιο: Το κείμενο τούτο διανεμήθηκε στη συνεδρίαση για τον πρώτο προϋπολογισμό του δήμου Θεσσαλονίκης υπό τη διοίκηση του Γιάννη Μπουτάρη. Έκτοτε καμία προσπάθεια δεν έγινε προς τούτη την κατεύθυνση και όλες οι ομάδες του δημοτικού συμβουλίουχωρίς να εξαιρούνται οι αριστερές εκπροσωπήσεις- συνεχίζουν να σιωπούν ουσιαστικώς για  τη συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα στη διαμόρφωση του προϋπολογισμού. Η κάθε μία για τους  δικούς της ιδεολογικούς και πολιτικοκομματικού λόγους. Είναι γελοίο να περιμένουμε να λυθούν τα προβλήματά μας από τη συνεργασία με τον Hans Joachim Fuchtel ή μιμούμενοι τα λατινοαμερικανικά υποδείγματα, τη στιγμή που δεν έχουμε καμία διάθεση να εργασθούμε εποικοδομητικώς, να επινοήσουμε νέες πολιτικές πραγματικότητες: κάθε πολιτικό σχέδιο απαιτεί και μια σχετική κινητοποίηση των πολιτών, αλλά όταν το πολιτικό σύστημα, αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες αρνούνται στον εαυτό τους, το πολιτικό δικαίωμα να συνδιαμορφώνουν την καθημερινότητά και τη ζωή τους, τότε κανένα σχέδιο δεν έχει τύχη: απομένει η ακατάσχετη πολιτικολογία χωρίς αρχή, μέση και τέλος – και φυσικώς χωρίς πολιτικές αποφάσεις για μακροπρόθεσμες πολιτικές και κοινωνικές στοχεύσεις. 
Ήμουν ευθύς εξ αρχής ειλικρινής προς τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες των κειμένων μου, όσον αφορά τα πολιτικά μας πράγματα και την προσωπική μου στάση: διατύπωσα με ευθύτητα την άποψή μου ότι η δημιουργία σοσιαλιστικού εργατικού κόμματος είναι τούτη τη στιγμή επιτακτική ιστορική ανάγκη για τη χώρα. [Βλ. τα άρθρα μου στο Διαδίκτυο] 
Υ.Γ.: Προς τους βιαστικούς επικριτές μου: τα κείμενα δύνανται υπό προϋποθέσεις να λειτουργήσουν ως «εργαστήρια ιδεών» και τη δυνατότητα τούτη μας την παρέχει το Διαδίκτυο, το οποίο αποκλείει το χέρι κάθε επίδοξου λογοκριτή – ας μην σπαταλήσουμε τούτη την ευκαιρία σε επιφανειακές αντιπαραθέσεις και πολιτικές  μικροπρέπειες, δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια χρόνου και χρήματος, όπως τα προηγούμενα έτη.