Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Η ΄Χειμερινή Διαύγεια΄ του Γιάννη Ρίτσου




Από τον Σίμο Ανδρονίδη

«Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα· λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο κ’ η επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυχτική διαφάνεια» (Γιάννης Ρίτσος, ‘Χειμερινή Διαύγεια’).


Η ‘Χειμερινή Διαύγεια’ του Γιάννη Ρίτσου αποτελεί τμήμα της σφαιρικής ποιητικής συλλογής που φέρει τον τίτλο ‘Τέταρτη Διάσταση’. Συνιστά κομμάτι ενός ποιητικού όλου.  Με την αντίληψη της ποίησης και της ποιητικής πράξης ως διαπεραστικής συνθήκης-συνάρθρωσης λόγου & σώματος, ο Γιάννης Ρίτσος εγγράφει στο πεδίο το ίδιο το εύρος της ποίησης, κανοναρχεί σιωπές και συνθήκες ύπαρξης, καθίσταται δρων  δια της συλλειτουργούσας μνήμης, χρησιμοποιεί σύμβολα που δεικνύουν τον ιδιαίτερο ρόλο της ποίησης: παρουσία και απουσία μαζί.

Στα ποιήματα της ‘Τέταρτης Διάστασης’ ο ποιητικός λόγος υπαινίσσεται & «ελίσσεται» για να προχωρήσει σε αναφορές περί ιστορίας που αλλάζει και «θάβει» τους δικούς της νεκρούς, για τον διάστικτο «ρεαλισμό» της συνείδησης, για την υλικότητα του σώματος, για τον χρόνο και το βάρος της ανθρώπινης εγγύτητας, για την ίδια την ποίηση η οποία συνιστά και  κάτι περισσότερο από το προφανές: αφήγηση υποκειμενοποίησης (και του ίδιου του ποιητή) αλλά και στιγμών-συμβάντων.

Η ‘Χειμερινή Διαύγεια’ δείχνει προς την κατεύθυνση εκείνων των ποιημάτων της ‘Τέταρτης Διάστασης’ που παραπέμπουν στον μύθο (και στον αρχαίο) και στην επιτελεστικότητα-κίνηση τους στο σήμερα, στη ‘σύλληψη’ τους ως τεχνικών αφήγησης και προσδιορισμού του βίου, ατομικού και κοινωνικού, την ίδια στιγμή που η ιδιαίτερη λειτουργία της ‘Χειμερινής Διαύγειας’ έγκειται στην εγκιβώτιση προσδοκιών-αμφιβολιών, στην συγκεκριμένη εννοιολογική απόδοση της μίας ή των πολλών στιγμών:

«Οι ρόδες κ’ οι ίσκιοι τους καθόλου δεν είταν τέσσερα ζευγάρια μηδενικά, κάθε κύκλος είχε τις υποδιαιρέσεις του κανονικές κ’ ελεύθερες· απασχολούσαν το βλέμμα απασχολούσαν αίσθημα και σκέψη, – η νέα χάρη κ’ η νέα περιπλοκή που ακυρώνει το άδειο που φανερώνει και κρύβει· φανερώνει τη νέα επιθυμία της αποκάλυψης – να δεις πίσω απ’ τους μοιρασμένους κύκλους ολόκληρο τον ουρανό, τη θάλασσα, τα δέντρα, όπως πίσω απ’ τη δαντέλα της κουρτίνας αυτού του σπιτιού με τους οχτώ καλοπλεγμένους νοικοκυρίστικους κύκλους που μοιράζουν κι ομορφαίνουν το κυριακάτικο τοπίο της επαρχίας μες στην ψυχρή λιακάδα που όλα τα ζεσταίνει και τ’ ανοίγει. Κ’ εκείνος που έγραφε την ιστορία ενός σπιτιού πούχε απομείνει δίχως ιστορία έκλεισε τα χαρτιά του και το σπίτι ξαναβρήκε την ιστορία του».[1]

Μία απόδοση της φύσης-φυσικότητας (ζωή εντός) ως πρωτεϊκής έγκλησης-άρθρωσης, της ταυτότητας που διαχωρίζεται σε πολλά κομμάτια και της ιστορίας ως καταγραφής: καταγραφής όψεων του εφικτού & του αδύνατου, του στοιχείου μίας διαρρηγνύουσας πραγματικότητας: σε μία οικείο-σύμβολο, δομείται η συνέχεια και η α-συνέχεια, ο «ρυθμός» του χρόνου και η «διάρρηξη» του, οικεία-τροχός που κινείται και αποτυπώνει το μέτρο της ανθρώπινης δράσης που είναι μνήμη και λήθη, παρουσία και αφάνεια.

Και σε αυτή πολύσημη αφάνεια ‘εδαφικοποιείται’ ο ποιητής και η ποίηση του, ανα-τέμνοντας κινητοποιήσεις και θανάτους υπό το πρόσημο του ιδανικού, του κάθε φορά δυνατού.  Και ο η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου «ενσαρκώνει» την οικειότητα, (στο σπίτι και στην επαρχία της ‘Διαύγειας’), την τοπολογία που εκτείνεται ή θέλει να φθάσει πέρα από τα όρια της μίας και μόνο πράξης, διότι η ποίηση είναι πολλές πράξεις μαζί, η ‘κατηγοριοποίηση’ του ορατού και του φασματικού στον χώρο και στο χρόνο. Μία «συγγνωστή» επιθυμία μαρτυρίας και καταγραφής, επανερμηνείας της ιστορίας με τους όρους μίας ποιητικής που «πενθεί» δράσεις αλλά και τον ίδιο της τον «εαυτό». Και οι πράξεις «ξαναβρίσκουν την ιστορία τους».

Στη ‘Χειμερινή Διαύγεια’ αποκαλύπτονται ρωγμές, «κολλώδεις» επιφάνειες, το νόημα της διαφοράς, οι διαστάσεις μίας νέας υποκειμενικότητας,  η  διαύγεια-καθαρότητα της ποίησης που λειτουργεί εν καιρώ ταυτίσεων και μη. Και, πέρα και πριν από όλα, «ιχνηλατεί» τα πλαίσια (πλαισιώσεις) της «προσπελασιμότητας» διευρύνοντας παράλληλα τα όρια της, επιδιώκοντας να «οικειοποιηθεί» τον χρόνο και να «ξαναβρεί την ιστορία του» ως φυσικότητα αντιλήψεων και επιλογή. Μαζί με τους άλλους. Αλλά και μόνος.

Ο ποιητής «ζεσταίνει και ανοίγει» τις σημάνσεις των επιλογών, των ζωών και των θανάτων που καθίστανται «αοράτοι», παράγοντας τους όρους για την αποκρυστάλλωση-αναπαραγωγή αυτού που η Τζούντιθ Μπάτλερ & η Αθηνά Αθανασίου αποδίδουν ως «μεταφυσική της παρουσίας».[2] Μία «μεταφυσική της παρουσίας» και της ιδιαίτερης σύνδεσης και αλληλεξάρτησης, η φυσικότητα του εαυτού που «ομιλεί» και ενυπάρχει ή εγκολπώνεται-ενσωματώνει την πολλαπλότητα,  τη «μεταιχμιακότητα» του βιώματος και των παραστάσεων, της νίκης και της φυγής, της εξορίας.

«Όμως, εσύ δε θ’ άλλαζες τούτη την αδυσώπητη ομορφιά και σοφία ετούτη την ευγένεια των ρυτίδων πλάϊ στα μάτια της σιωπής με τη μακαριότητα μιας όποιας νιότης. Εσύ στέκεις, κοιτάζεις κι αφουγκράζεσαι -αμέτοχος μέτοχος – κ’ η αρχαία λάμπα με την ξεθωριασμένη της θρησκευτικότητα από παλιά συμπόσια και μυστικά δείπνα με τη μυγοφτυσμένη  της χρυσοβαφή κρέμεται ακόμη, έτσι αμετάπειστη και ξεχασμένη, καταμεσίς στο κέντρο του κενού, σαν ανέκκλητη σφραγίδα σε μια διαθήκη που κανείς δεν τη διάβασε γιατί δεν έμειναν κληρονόμοι κι ούτε έμεινε κληρονομιά. Ωστόσο εσύ τη διάβασες και τη μεταβιβάζεις, δένεις τις εποχές που δε γνωρίζαν το δεσμό τους, κι ακόμα δε μπορείς ‘ αδειάσεις από το βάρος και τον πλούτο και της πιο κενής ημέρας μιλώντας, μη μιλώντας, κλείνοντας τα μάτια, βλέποντας».[3]

Καθιστώντας την ποίηση «εργαλείο» προσμείξεων. Και εκεί, σε μία ‘Διαύγεια Χειμερινή, ο ποιητής παρατηρεί τα διάκενα που δομούν τον εαυτό και τον άλλον, την ομοιομορφία μέσα στην ετερότητα. Και μαζί με την σκέψη, ο «πειρασμός» για κάτι άλλο: για την ενσώματη παρουσία στο πεδίο, για τη ‘διαύγεια’ & την ‘σύγχυση’ των εναλλασσόμενων εποχών. Γιατί τι άλλο είναι η ποίηση παρά «το δέσιμο των εποχών που δε γνωρίζαν το δεσμό τους»;

Η «επανεφεύρεση» του υποκειμένου και η δι-ιστορικότητα; Mαζί  με έναν συγκεκριμένο γυναικείο ανθρωπολογικό τύπο της ‘Σονάτας του Σεληνόφωτος’, στη ‘Χειμερινή Διαύγεια’, ο ποιητής συνυφαίνει φωνές και  αυτό που θα αποκαλούσαμε ως  δομή αποκάλυψης: την ποίηση των εγκλήσεων και των «κενών» χωρών, ρυθμός του σώματος, εννοιολογικές πλαισιώσεις του κοινωνικοπολιτικού (ιστορικού) γίγνεσθαι, «ομιλία» των ελλειπτικών παύσεων. Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου δεν συγκροτεί «προκατασκευασμένες» απαντήσεις παρά απορεί. Επρόκειτο για την ‘Χειμερινή Διαύγεια’ των αισθήσεων.

Τα «φράκταλ» του Γιάννη Ρίτσου (όρος της φυσικής επιστήμης), «αναζητούν» και  συγκροτούν διαμεσολαβήσεις, είναι έρωτας του λόγου και λόγος του έρωτα[4], από-δόμηση, τονισμός της ‘εσχατολογικής’ (και ουχί θρησκευτικής) όψης της επανάστασης, είναι λεξικολογική ενέργεια, ποίηση η οποία αναπαριστά ιστορικές (υποκειμενικές) αλληλουχίες και συναισθηματικές εναλλαγές. Ποίηση που αντανακλά το μέτρο ή τα μέτρα  της απαντοχής.. «Δεν έμεινε κληρονομιά ποίησης». Μόνη η τονικότητα-ανασημασιοδότηση της. Και ο Ρίτσος συναντά τον Ρίτσο της δραματικότητας, του φευγαλέου πόνου, της φυγής αλλά και της κορύφωσης..

«Κ’ οι πέντε αγρότες με τα κυριακάτικα τους που έστεκαν έξω από το προαύλιο της εκκλησίας είταν σαν τα κουτσουρεμένα δέντρα που θ’ ανθίσουν πάλι κ’ είχαν τα σχήματα αλετριών σε ανάπαυση που αύριο θα οργώσουν και θα σκάψουν πάλι μόνο τόσο όσο χρειάζεται».[5]

Η Κυριακή της ποίησης και των προκλήσεων της. Και ευρύτερα, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως η  ποιητική τεχνική δύναται να ιδωθεί  ως «εργαλείο» απέναντι στη εξουσιαστική βιοπολιτική και στον τρόπο ή στους τρόπους επανεγγραφής και κτήσης του σώματος. Ο Γιάννης Ρίτσος αντιτάσσει το σώμα στην πρόσληψη-αναπαράσταση του σώματος. Η ποιητική του καθίσταται μία διαρκής ανάγκη εκβολής, ‘χασματικής’ έντασης αλλά και  προσίδιας επα-ναφοράς των άλλων.. Μία γλώσσα ως ταυτοτική διαμεσολάβηση.

«Τον άλλο χρόνο πια δε νοιάζεται για ναφθαλίνη κι ακόμα λιγότερο τον παράλλο κι ο σκόρος βασιλεύει αόρατος μονάρχης στα παλιά δωμάτια, ηγεμόνας χωρίς ηγεμονία, – τι να φάει πια ο σκόρος απ’ τα φαγωμένα;».[6] Από την «εδαφικοποίηση» στο ορατό και στο ‘αόρατο’, στο φασματικό.. Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου σημαίνει..

[1] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Χειμερινή Διαύγεια’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1982, σελ. 12.

[2] Στον εξαιρετικά ενδιαφέρον διάλογο τους, έτσι όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο: Μπάτλερ Τζούντιθ &Αθανασίου Αθηνά,  ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016.

[3] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης…ό.π, σελ. 11.

[4] Ο Γιάννης Ρίτσος επεδίωξε να διευρύνει την πρόσληψη του έρωτα, σωματικού, διεισδυτικού και μη, δίνοντας χώρο στην και στην  ομοφυλοφυλική ταυτότητα-περίπτυξη, στο βάθος που αποκτά και στο λόγο που αίρει, ως συνθήκη ποιητικής (και όχι μόνο) ελευθερίας και τόλμης. Η τόλμη του εγγράφεται πάνω στο σώμα και στο ‘σώμα’ της ποίησης, η οποία, «ανοιχτή» όσο και «κλειστή», στέκει ως απορία.. Σε κάθε του λέξη-ποίηση, ο Γιάννης Ρίτσος περικλείει συνειρμούς μίας ίδιας και άλλης ζωής. Η ελευθερία του είναι η ελευθερία των πολλών φωνών & των δι-υποκειμενικοτήτων εντός ποίησης, εντός γίγνεσθαι.. Το σώμα του ποθεί αυτό που δεν είπε ακόμη η λέξη..

[5] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης…ό.π, σελ. 13.

[6] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης…ό.π, σελ. 9.
via