Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Του κερατά

Φυλλομετρούσα προχτές το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα "Συμποτικά επιγράμματα", που περιλαμβάνει 64 επιγράμματα από το 11ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που κατατάσσονται στην κατηγορία των συμποτικών -πολλά είναι πειραχτικά, σαν κι αυτό που έτυχε να προσέξω, και που θα δώσει το έναυσμα για το σημερινό μας άρθρο.

Είναι λοιπόν ένα επίγραμμα του Καλλικτήρος του Μανησίου, το εξής:
Ὅστις ἔσω πυροὺς καταλαμβάνει οὐκ ἀγοράζων,
κείνου Ἀμαλθείας ἁ γυνά ἐστι κέρας.
Χρειάζεται μετάφραση; Όχι βέβαια, διότι η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Επειδή όμως με διαβάζει κι ένας αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά, παραθέτω την (όχι κατά λέξη, εννοείται) απόδοση του Παντελή Μπουκάλα:
Όποιος ποτέ του στάρι δεν αγόρασε μα πάντα σπίτι του το βρίσκει,
κέρατο της Αμάλθειας έχει τη γυναικούλα του.
Τον μύθο με το κέρας της Αμάλθειας τον ξέρουμε βέβαια, και θα το έχετε δει και σε παραστάσεις να βγάζει από μέσα χίλια δυο καλά. Ο φίλος Παντελής διόλου τυχαία δεν διάλεξε να γράψει "κέρατο" της Αμάλθειας, διότι, όπως λέει στα σχόλια, ασφαλώς εδώ υπάρχει λογοπαίγνιο ανάμεσα στο κέρας της Αμάλθειας και στον κερατά σύζυγο, που βρίσκει το τραπέζι του πάντοτε γεμάτο χάρη στις απιστίες της γυναίκας του.
Πράγματι, η σύνδεση του απατημένου συζύγου με το κέρατο είναι παλιά. Ο Μπουκάλας παραθέτει απόσπασμα από το Ονειροκριτικόν του Αρτεμίδωρου (2ος αι. μ.Χ.) όπου κάποιος που επρόκειτο να παντρευτεί είχε δει όνειρο ότι καβαλούσε κριάρι και έπεσε, και η ετυμηγορία ήταν "ἡ γυνή σου πορνεύσει καὶ τὸ λεγόμενον κέρατα αὐτῷ ποιήσει" -ήταν δηλαδή από τότε παροιμιώδης η έκφραση. Παραθέτει επίσης ο Μπουκάλας σκωπτικό επίγραμμα του Λουκίλλιου "Εις γραμματικόν κερασφόρον":
Ἔξω παιδεύεις Πάριδος κακὰ καὶ Μενελάου
ἔνδον ἔχων πολλοὺς σῆς Ἑλένης Πάριδας.
που το αποδίδει:
Έξω του Πάρη τα παθήματα διδάσκεις, του Μενέλαου
Και μες στο σπίτι σου, μπουλούκι πάνω στην Ελένη σου οι Πάριδες.
Οπότε, είναι βέβαιο ότι η εικόνα του κερατωμένου/απατημένου συζύγου υπήρχε στη γλώσσα από την αρχή περίπου της χρονολογίας μας.
Πώς και γιατί κατέληξαν τα κέρατα να νοούνται ως εξόφθαλμο τεκμήριο της απιστίας; αναρωτιέται στα σχόλια ο Μπουκάλας και παραθέτει, με επιφύλαξη πάντως, την εξήγηση που είχε δώσει ο Μιχαήλ Ψελλός, ο πολυίστορας του 11ου αιώνα, και που πρώτος την επισήμανε ο Φαίδων Κουκουλές (στο παράρτημα του 5ου τόμου του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός). Ο Ψελλός, λέει ο Κουκουλές, έγραψε μικρή πραγματεία με τίτλο "Πόθεν το του κερατά όνομα", στην οποία υποστηρίζει ότι τα κερασφόρα (αρσενικά) ζώα δεν είναι ζηλότυπα και δεν απαιτούν αποκλειστικότητα από το ταίρι τους, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα: «Των γαρ αλόγων ζώων, όσα μεν ουκ έχει κέρατα οργίλα και ζηλότυπα περί τα ευνάς… τα δε γε κερασφόρα σχεδόν ειπείν ξύμπαντα ράστα το πάθος υφίστανται· εντεύθεν γουν τον μη περί την ιδίαν γαμετήν ζηλοτυπούντα μηδ’ άλλως αγανακτούντα επί τω πράγματι κερατάν ο ονοματοθέτης ωνόμασεν». Τη μελέτη του Ψελλού δεν τη βρίσκω στο TLG, αλλά ο Κουκουλές δίνει παραπομπή τη Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη του Σάθα (5.526). Στον 3ο τόμο του ΒΒΠ ο Κουκουλές παραθέτει και άλλες θεωρίες για την προέλευση της λέξης "κερατάς", π.χ. του Χαριτωνίδη (ότι στην αρχαιότητα η λ. κέρας σήμαινε ανάμεσα σε πολλά άλλα το ανδρικό μόριο), και προκρίνει την εξήγηση του Ψελλού.
Παρά τις επιφυλάξεις, θα τη δεχτούμε. Τον παλιό καιρό οι άνθρωποι ζούσαν σε στενή επαφή με τα ζώα, παρακολουθούσαν τις συνήθειές τους και χρησιμοποιούσαν πάρα πολλές εικόνες σχετικές με ζώα στη γλώσσα τους. Να θυμίσω ότι το αγγλικό και το γαλλικό αντίστοιχο του κερατά (cuckold, cocu) χρησιμοποιούν εικόνα από άλλο ζώο, τον κούκο -επειδή, λένε, το θηλυκό πουλί αλλάζει συντρόφους ή επειδή αφήνει τ' αυγά του σε ξένες φωλιές.
Σε βυζαντινούς συγγραφείς βρίσκουμε μερικές φορές τη βρισιά "κερατάς", όπως στον νομομαθή Ευστάθιο Ρωμαίο του 11ου αιώνα, όπου σε έναν καβγά που έγινε στον Ιππόδρομο κάποιος αποκάλεσε κάποιον άλλον "κερατάν, κούρβας υιόν" -κούρβα βεβαίως η πουτάνα, βρισιά που έχει περάσει και στα σέρβικα (αν θυμάστε πως έβριζαν οι δικοί μας τις γιουγκοσλάβικες ομάδες στο μπάσκετ).
Από τους βυζαντινούς και τους ρωμιούς της πόλης η λέξη πέρασε και στα σημερινά τουρκικά, και δη η ελληνική κλιτική, αφού η τουρκική λέξη ειναι kerata, και σημαίνει, καταρχάς, τον κερατά, αλλά και τον προαγωγό, και το κάθαρμα, και, σαν όρος οικειότητας, τον μπαγασάκο, τον κερατούκλη θα λέγαμε.
Τα σχετικά με τον κερατά στη φρασεολογία μας τα αναπτύσσει ικανοποιητικά το βιβλίο "Πιπέρι στο στόμα", που το έχουμε παρουσιάσει και εδώ. Εκεί διαβάζουμε ότι υπάρχουν και οι όροι κερασφόρος, κεραστάς (παιχνίδι με το όνομα της γνωστής εταιρείας), τάρανδος, Ρούντολφ το ελαφάκι ενώ για τις γυναίκες, πέρα από το κερατωμένη και το λαϊκό κερατού, υπάρχουν τα σκωπτικά κερατώ (συμφυρμός με την Ερατώ εκείνου του σίριαλ) και αντιλόπη.
Λέμε επίσης και κερατάς και δαρμένος, για διπλό πάθημα, ηθική και υλική βλάβη, ενώ οι Γάλλοι το έχουν τριπλό, cocu, battu et content (κερατάς, δαρμένος και ευχαριστημένος). Κάποιος (Γάλλος; ) είχε πει για κάποιον που έφτασε ψηλά, ότι ανέβηκε όπως ο σαλίγκαρος: έρποντας, γλείφοντας και με τα κέρατά του.
Ο Μπουκάλας και το Πιπέρι... παραθέτουν το γνωμικό τετράστιχο
Ο κερατάς το κέρατο όταν το πρωτονιώσει,
σπαθιά, μαχαίρια ζώνεται κάποιονε να σκοτώσει.
Ο κερατάς τα κέρατα σαν κατεβούν μπροστά του
μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του.
Πιο σφιχτή βρίσκω την παραλλαγή που έχει μόνο το δεύτερο δίστιχο:
Ο κερατάς, άμα γευτεί τη γλύκα του κεράτου
μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του.
Πάντως, υπάρχει και η παροιμία κάλλιο να λεν 'τον κερατά' παρά τον κακομοίρη -ήγουν, κάλλιο να σε βρίζουνε παρά να σε λυπούνται.
Η φράση "του κερατά", που την έβαλα στον τίτλο, αν ειπωθεί σκέτη (του κερατά ή ε, του κερατά) δηλώνει κάτι το αυτονόητο -ενώ επίσης χρησιμοποιείται και σαν επιφώνημα αγανάκτησης. Αντίθετα, όταν προσαρτηθεί σε δυσφημιστικόν όρο, όπως αναφέρει το Πιπέρι..., τον επιτείνει: λαμόγιο του κερατά, παλιοτόμαρο του κερατά.
Για την περιγραφή της πρακτικής, το Πιπέρι... σημειώνει τις φράσεις  "του τα φόρεσε" ή "του τα πέρασε". Κάτι που παραλείπει είναι η εκτίμηση του μήκους του κέρατου ως δηλωτικό της κατ' εξακολούθηση απιστίας. "Μα τον ξέρουνε κι οι τοίχοι,  πό΄χει κέρατα μιαν πήχη!" γράφει ο Βάρναλης για τον "κοιλαρά με τον παρά". Παλιότερα λέγανε για κάποιον ότι δεν τολμά να βγεί από το σπίτι του, γιατί κινδυνεύει να χτυπήσει στα σύρματα της ΔΕΗ -τόσο έχουν μεγαλώσει τα κέρατά του.
Να συμπληρώσουμε εδώ και τις βρισιές (γαμώ το κέρατό μου, το κέρατό μου μέσα και: το κέρατό μου το τράγιο) καθώς και τη φράση "τα κέρατά μου" δηλωτική πολύ μεγάλης ποσότητας (ήπια τα κέρατά μου, ας πούμε). Κέρατο είναι ο στριμμένος άνθρωπος, και αν είναι πολύ στριμμένος λέγεται "κέρατο βερνικωμένο".
Τέλος, έχουμε τα κερατιάτικα, στη φράση "πληρώνω τα κερατιάτικα" δηλαδή πληρώνω τα σπασμένα, πληρώνω κάτι άδικα ή χωρίς να είμαι εγώ ο υπαίτιος ή ο κυρίως υπαίτιος. Ασφαλώς τα κερατιάτικα συνδέονται με τον κερατά, αλλά δεν έχω βρει κάπου την εξήγηση για το πώς ακριβώς έγινε η σύνδεση. Υποβάλλω την απορία στη συλλογική σας σοφία, ελπίζοντας ότι (του κερατά!) θα μου το ξεδιαλύνετε, πώς φτάσαμε από τον κερατά στα κερατιάτικα!
Φωτο από το Το Ποντίκι