Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Τρία χρόνια μετά τους σεισμούς: Πώς να συνεχίσουμε τον αγώνα; Άρθρο του Προέδρου της ΕΛΜΕ-ΚΙ Διονύση Γεωργόπουλου



Το ΔΣ της ΕΛΜΕ-ΚΙ αποφάσισε στην τελευταία του συνεδρίαση, στις 19 Δεκέμβρη 2016, να στηρίξει τη νέα πρωτοβουλία της Επιτροπής Αγώνα Φορέων για τους σεισμόπληκτους, που έχει προγραμματιστεί για τις 3 Φλεβάρη. Έτσι υλοποιείται η απόφαση της τελευταίας σύσκεψης στην Παλλική, στην οποία συμμετείχαμε από κοινού με το Εργατικό Κέντρο.
Το πλαίσιο διεκδικήσεων για τα σχολεία επικαιροποιήθηκε φέτος, το καταθέσαμε και εγκρίθηκε το φθινόπωρο στη Γενική Συνέλευση Προέδρων της ΟΛΜΕ. Το ΔΣ της ΕΛΜΕ-ΚΙ αποφάσισε να υπάρξει σχετικό άρθρο του Προέδρου, όχι ειδικά για τα σχολεία αλλά για το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δώσουμε τη μάχη, σταχυολογώντας εμπειρίες και κάνοντας μια προσπάθεια γενίκευσης συμπερασμάτων στα οποία συμφωνήσαμε. Αυτή την προσπάθεια υπηρετεί το άρθρο που ακολουθεί.
Τρία χρόνια μετά τους σεισμούς:
Πώς να συνεχίσουμε τον αγώνα;
Τρία χρόνια μετά τον καταστροφικό διπλό σεισμό με επίκεντρο την Παλλική και ένα χρόνο μετά το σεισμό με επίκεντρο τη Λευκάδα, που έπληξε κυρίως τη Βόρεια Κεφαλονιά και την Ιθάκη, το μαζικό κίνημα του Νομού αποτιμά την κατάσταση και χαράζει τη γραμμή πάλης για το επόμενο διάστημα. Κάτι τέτοιο είναι επιβεβλημένο διότι βασικά προβλήματα που αφορούν την αποκατάσταση από τους σεισμούς παραμένουν. Επιπλέον, επιστήμονες επισημαίνουν κινδύνους, μιλούν για ενδεχόμενη νέα σοβαρή σεισμική δραστηριότητα, κάτι που επικαιροποιεί την ανάγκη ολοκληρωμένης αντισεισμικής θωράκισης και προστασίας αλλά και την ανάγκη για αποτελεσματικά σχέδια πολιτικής προστασίας. Η παρέμβαση του κινήματος γίνεται σε συνθήκες δραματικού περιορισμού των προνοιακών πολιτικών από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και με δεδομένες τις κατευθύνσεις του 3ου μνημονίου που υπερψήφισαν όλες οι δυνάμεις της αστικής διαχείρισης. Ακόμη, «στενεύει» η επιλεξιμότητα της ΕΕ για τέτοιες δαπάνες. Τέλος, καλούμαστε να παρέμβουμε σε συνθήκες καθόδου του πήχη της λαϊκής απαίτησης για τα δικαιώματα που διεκδικεί.
Τα προβλήματα των σεισμοπλήκτων βρίσκονται για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί είναι υπαρκτά (άλλωστε όλοι γνωρίζουμε πως υφίστανται ζητήματα  που ενώ είναι σοβαρά υποβαθμίζονται), αλλά γιατί δεν εγκαταλείφτηκε η ανάδειξη και η οργανωμένη διεκδίκησή τους από το μαζικό κίνημα του τόπου μας. Με συνέπεια, τρία χρόνια τώρα, το Εργατικό Κέντρο και τα ταξικά σωματεία, η ΕΛΜΕ-ΚΙ, οργανώσεις από τους επαγγελματιοβιοτέχνες, άλλοι που περισσότερο ή λιγότερο σταθερά συσπειρώνονται στην Επιτροπή Αγώνα Φορέων, οργάνωσαν την αλληλεγγύη, διαμόρφωσαν διεκδικητικό πλαίσιο, κινητοποίησαν τους σεισμόπληκτους και ευρύτερα το λαό του Νομού. Το ξεκίνημα και τα πρώτα βήματα αυτής της διαδικασίας έγινε σε δύσκολες συνθήκες, μέσα σε γενικευμένη φυσική καταστροφή. Τότε, παρόλο που οι πρώτες προσπάθειες «έγερναν» περισσότερο στα άμεσα μέτρα αλληλεγγύης και φυσικής επιβίωσης των σεισμοπλήκτων, ξεκίνησαν κινητοποιήσεις με αιτήματα την παροχή στους πληγέντες στέγης, πόσιμου νερού, διευκολύνσεων στη μετακίνηση, αντισταθμιστικών μέτρων για τους μαθητές κοκ. Ταυτόχρονα, αναδεικνυόταν η ανεπάρκεια του σχεδίου πολιτικής προστασίας, απαιτούνταν αποζημιώσεις στο 100% της ζημίας, διαχωρίζονταν όσα αφορούσαν το λαό από όσα αφορούσαν τους εφοπλιστές και τους μεγαλοξενοδόχους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η οργάνωση ήταν μια σύνθετη διαδικασία που δεν αφορούσε μόνο μια λίστα αιτημάτων, ως εγκεφαλικών επινοήσεων. Ήταν διαρκής η προσπάθεια της Επιτροπής να αφουγκραστεί τη λαϊκή ανάγκη, μεταφέροντας στην πορεία και όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν το κέντρο της μαζικής δράσης στην πιο σεισμόπληκτη περιοχή, την Παλλική. Πάνω από όλα υπήρξε σύγκρουση με τη λογική του δήθεν «εφικτού» και «ρεαλιστικού», με ιδεολογήματα που νομιμοποιούσαν κεντρικές πολιτικές επιλογές σε βάρος της πλατιάς μάζας των σεισμόπληκτων. «Εφικτό», «ρεαλιστικό» αλλά και «πολιτικά ορθό», κατά το Χρυσοχοΐδη και την τότε κυβέρνηση Σαμαρά (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ) ήταν να «είναι η κατοικία ατομική υπόθεση». Μάλιστα, κουνούσε το δάχτυλο λέγοντας πώς «κρατική ευθύνη υπήρχε στη Σοβιετική Ένωση, που δεν υπάρχει πλέον». Η Επιτροπή πρόβαλε με ένταση την απαίτηση να γίνει πλήρης ανακατασκευή στις εργατικές κατοικίες με κρατική ευθύνη. Κατόπιν αυτού δρομολογήθηκαν κυβερνητικές αποφάσεις που άνοιγαν δρόμο για μια τέτοια προοπτική. Ταυτόχρονα μηχανισμοί επιχειρούσαν να κρατήσουν σε απόσταση τους ενοίκους των εργατικών από την Επιτροπή Αγώνα, να τους απομονώσουν, να τους εμπλέξουν σε νομικίστικες διαδικασίες και να τους οδηγήσουν σε ήττα. Το κράτος είτε με τη μία κυβέρνηση είτε με την άλλη διαρκώς επιχειρούσε να παρουσιάσει ένα κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα σαν «γραφειοκρατικό», να διαιρέσει τους ιδιοκτήτες των εργατικών, ώστε τελικά να μην κάνει τίποτε που θα του στοιχίσει. Αλλά το ζήτημα της κατοικίας είχε και άλλες πλευρές. Η αντίθεση με το σχετικό ΦΕΚ που φτιάχτηκε ειδικά για την Κεφαλονιά (το οποίο περιόριζε το επίπεδο ασφάλειας που εγγυόταν το κράτος και του έδινε τη δυνατότητα να αποζημιώσει με το ελάχιστο), στηρίχθηκε σε επιστημονική ανάλυση για την οποία μια σειρά παράγοντες «εποίησαν τη νύσσα». Το θέμα των ελεγκτών δόμησης και του κόστους που συνεπάγεται, από το κίνημα ήρθαν στην επιφάνεια. Η επαναλειτουργία του Ταμείου Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (ΤΑΣ), που είχε καταργηθεί, επιτεύχθηκε χάρη στη δράση της Επιτροπής. Σε όλα τα ζητήματα μπορεί να βρει κανείς αντίστοιχα παραδείγματα.
Είναι απαραίτητο να θυμηθούμε πως η στάση της ΕΛΜΕ-ΚΙ έσωσε ζωές, όταν μετά τον πρώτο σεισμό μπήκε όρος να μη λειτουργήσουν τα σχολεία όσο το φαινόμενο ήταν σε έξαρση, παρά τις διαβεβαιώσεις επιφανών επιστημόνων. Αν είχε γίνει ο δεύτερος σεισμός με λειτουργία των σχολείων θα υπήρχαν θύματα στο μηχανουργείο του ΕΠΑΛ Ληξουρίου, αφού μέρος του κατακρημνίστηκε. Επίσης, να θυμηθούμε πως σήμερα τίθεται με άλλους όρους το αίτημα για τα πέντε νέα σχολικά συγκροτήματα στη δευτεροβάθμια, με προτεραιότητα το ΓΕΛ και ΕΠΑΛ Ληξουρίου, ακριβώς γιατί διατυπώθηκαν μέσα στα ερείπια κόντρα στο «ρεαλισμό» της στιγμής. Αποτελεί «αγκάθι» η επιμονή της ΕΛΜΕ-ΚΙ για εφαρμογή στις μελέτες αποκατάστασης των σχολείων του τελευταίου αντισεισμικού κανονισμού, κόντρα στην επιστροφή στην πρότερη κατάσταση. Ακόμη, ας αναρωτηθούν οι καλόπιστοι και κακόπιστοι αναγνώστες για την τύχη που θα είχε το συγκρότημα στο «Φαραώ», χωρίς τις κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών – γονέων και μαθητών. Τρείς φορές στα τρία χρόνια που ακολούθησαν τους σεισμούς έγινε κινητοποίηση για τα προβλήματα των σεισμόπληκτων μαθητών, με μαζικούς όρους, στο Υπουργείο Παιδείας. Η «δεύτερη φορά αριστερά» αντιμετώπισε με τα ΜΑΤ την κινητοποίηση, ενώ ανοιχτά η ΕΛΜΕ-ΚΙ στοχοποιήθηκε από την πολιτική ηγεσία.
Όπου η λογική της κάλυψης των πραγματικών αναγκών που προβάλαμε «έπαιρνε κεφάλι» γινόταν κατορθωτό να υπάρχουν ακόμη περισσότερα αποτελέσματα, να βγαίνει η λαϊκή αυτοπεποίθηση πιο ενισχυμένη. Όπου στην αντιπαράθεση κέρδιζε πόντους η λογική των «δημοσίων σχέσεων», των δράσεων των παραγόντων με ανάθεση, η αποδοχή του πλαισίου των «δημοσιονομικών δυσχερειών» και του ότι «λεφτά δεν δίνουν γιατί δεν υπάρχουν», είχαμε σαφή οπισθοχώρηση.
Τρία χρόνια μετά τους σεισμούς μπορούμε και πρέπει να διδαχθούμε από τη στάση των πολιτικών και τοπικών δυνάμεων. Σε κεντρικό επίπεδο το ζήτημα που «έπαιξε» περισσότερο ήταν η λεγόμενη «επιστροφή στην κανονικότητα». Όσο περισσότερο προωθούνταν η πολιτική της περιστολής των λαϊκών δικαιωμάτων και η αξιολόγηση του «κόστους», τόσο η «κανονικότητα» έριχνε το επίπεδό της. Έτσι, αρχικά και «με το φόβο των ιουδαίων», επί ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, υπήρξαν κωδικοί που χρηματοδοτήθηκαν για μια σχετικά ευρείας έκτασης έργα σημειακών παρεμβάσεων, με στόχο την επιστροφή στην πρότερη κατάσταση. Το κίνημα αντιπαράβαλλε τη θωράκιση με βάση το νέο αντισεισμικό κανονισμό και μάλιστα με την απαίτηση επικαιροποίησής του με τα δεδομένα του διπλού σεισμού (πχ όσο αφορά τις επιταχύνσεις). Στην πορεία των εξελίξεων η περίφημη αυτή «επιστροφή στην κανονικότητα» έφτασε να ταυτίζεται με το χρόνο που πέρασε και να θεωρείται φυσικό και αυτονόητο ότι μετά από κάποιο διάστημα όλα ομαλοποιούνται αυτόματα!!!
Η εναπόθεση πολλών ελπίδων του λαού μας στην κυβερνητική εναλλαγή οδήγησε σε μεγάλη κάμψη της οργανωμένης δράσης. Ιδιαίτερα στο Ληξούρι κάποιες «αντιμνημονιακές» κινήσεις πολιτών στήριξαν την «εντός των τειχών» εναλλαγή. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, με τη συναίνεση της αντιπολίτευσης αλλά και μιας σειράς τοπικών παραγόντων, να επιφέρει πολλαπλά χτυπήματα. Στα πλαίσια αυτά δεσμεύτηκαν – κλάπηκαν αποθεματικά της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (ΠΙΝ με αρχή των ΣΥΡΙΖΑ – ΛΑΕ) και κυρίως τα χρήματα των κωδικών των έργων αποκατάστασης. Επίσης, η προώθηση των αντιασφαλιστικών ρυθμίσεων «ροκάνισε» συστηματικά το ύψος, τη διάρκεια και τη συχνότητα καταβολής των επιδομάτων. Στην πράξη ακυρώθηκαν οι όποιες εξαγγελίες για τις εργατικές κατοικίες. Για όλα ενοχοποιήθηκε από την κυβέρνηση η «γραφειοκρατία» Αντίστοιχα, αιτιολογήθηκε και η υπολειτουργία του ΤΑΣ και μια σειρά άλλα προβλήματα.
ΠΙΝ, Δήμος Κεφαλονιάς, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, την ώρα που από κοινού δρομολογούν την πολιτική υπέρ του κεφαλαίου, στήνουν ένα αποπροσανατολιστικό «γαϊτανάκι» απόδοσης ευθυνών, χωρίς να αμφισβητείται η κεντρική γραμμή πλεύσης. Είναι ενδεικτικό ότι στον προϋπολογισμό της ΠΙΝ και του Δήμου Κεφαλονιάς δεν προβλέπονται τα αναγκαία κονδύλια για αντισεισμική θωράκιση και προστασία. Δεν αντιμετωπίζει κανένα ουσιώδες λαϊκό πρόβλημα η λεγόμενη «χωρική παρέμβαση» για την Παλλική, που εξάγγειλε η ΠΙΝ δίνοντας ελπίδες για έργα υποδομής που αφορούν τους σεισμόπληκτους, εφόσον περιστρέφεται αποκλειστικά στην επιλεξιμότητα που έχει για αυτές τις περιπτώσεις η ΕΕ. Αντίστοιχα η Δημοτική Αρχή, μετά το ενυδρείο στο Ληξούρι, βάζει προτεραιότητα τις αναπλάσεις των πλατειών, στο πλαίσιο της ιεράρχησης που επιβάλει το τουριστικό κεφάλαιο. Τα περιορισμένα κονδύλια, για έργα τοπικά, κατευθύνονται μακριά από τις λαϊκές ανάγκες και τους σεισμόπληκτους.
Μετά το σεισμό της Λευκάδας έγινε προσπάθεια να φανεί πως δεν υπήρξε καμία νέα επίπτωση στο Νομό. Πριν παρέμβει η Επιτροπή Αγώνα, οι κάτοικοι της Βόρειας Κεφαλονιάς και της Ιθάκης είχαν αφεθεί ολότελα στη μοίρα τους. Στη συνέχεια επιτεύχθηκαν ορισμένες ρυθμίσεις προς όφελός τους. Ταυτόχρονα, όμως, έγινε διαχωρισμός των σεισμόπληκτων σε «παλιούς» και «νέους» και προσπάθεια να αντιπαρατεθούν οι μεν στους δε. Αυτό αξιοποιήθηκε στην κατεύθυνση πλήρους αποχαρακτηρισμού του υπόλοιπου Νομού ως σεισμόπληκτου. Είναι ενδεικτικό της κατεύθυνσης αυτής το αιτιολογικό με το οποίο η ΝΕ του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μάχη πέρσι ενάντια στην ποσόστωση για όλους τους μαθητές του Νομού. Το σκεπτικό ήταν πως οι μαθητές «ζουν και μορφώνονται σε ίδιες αν όχι σε καλύτερες συνθήκες από άλλες περιοχές»!!! Η ίδια λογική αναπαράχθηκε και από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Υπουργός Παιδείας κ. Φίλης. Αυτό συνέβηκε κι ας γνώριζαν όλοι την απαράδεκτη κατάσταση που παρέμενε, ειδικά στην Παλλική. Οι προειδοποιήσεις της Επιτροπής δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν, ότι δηλαδή δεν πρόκειται να υπάρξει μέριμνα για τους «νέους» σεισμόπληκτους αλλά θα υπάρξει «θάψιμο» όλων με μοχλό το «διαίρει και βασίλευε».
Η Επιτροπή Αγώνα έδωσε συνέχεια, όταν πια ελάχιστοι συζητούσαν για το θέμα. Ένας άλλος «σκόπελος» που έπρεπε να υπερνικηθεί ήταν η λογική να αποσυρθεί το ολοκληρωμένο πλαίσιο για τους σεισμόπληκτους, στη βάση του «να μην τίθενται όλα μαζί», αλλά «ένα – ένα τα θέματα για να είμαστε ρεαλιστές». Είναι ενδεικτικό πως στις μαζικές λαϊκές συνελεύσεις, που γίνονταν πέρσι στην Παλλική, για το θέμα του Μαντζαβινάτειου Νοσοκομείου, έμπαινε τέτοιος προβληματισμός. Η στάση των μαζικών φορέων, προεξάρχοντος του Εργατικού Κέντρου, ήταν να δουλέψουν με το τρίπτυχο υγεία – σεισμόπληκτοι – συνολική αντιλαϊκή πολιτική. Έτσι μετά από μια δύσκολη πορεία οργανώθηκε κινητοποίηση στην Αθήνα για υγεία - σεισμόπληκτους, ως συνέχεια και κορύφωση Γενικών Συνελεύσεων και τοπικών κινητοποιήσεων, σε συνεργασία με τους μαζικούς φορείς των ετεροδημοτών. Η παρέμβαση ήταν καταλυτική. Η καλά οργανωμένη μαζική παρουσία με 100 άτομα στο Υπουργείο Υγείας και στη συνέχεια στη Βουλή, όπου συναντηθήκαμε με όλες τις ΚΟ πλην Χρυσής Αυγής, είχε αποτέλεσμα «να κυλήσει νερό στο αυλάκι». Στην κινητοποίηση αυτή συσπειρώθηκε πλειάδα φορέων, πέρα από όσους σταθερά συμμετέχουν στην Επιτροπή Αγώνα (όπως Σωματείο Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Αργοστολίου - ΓΝΝΑ, γιατροί και εργαζόμενοι Μαντζαβινάτειου, θιακοκεφαλονίτικα σωματεία Αθήνας κλπ). Συνέχεια ήταν και το φθινόπωρο η προσπάθεια της ΕΛΜΕ-ΚΙ να αναδείξει, δια του Προέδρου της στα εγκαίνια του συγκροτήματος στο Φαραώ, τα προβλήματα των σεισμόπληκτων σχολείων. Η βία που ασκήθηκε με πολιτική κατεύθυνση είναι γνωστή. Επίσης, την ίδια μέρα οργανώθηκε από την Επιτροπή Αγώνα μαζική παράσταση στον πρωθυπουργό που θα επισκέπτονταν το νησί. Ο πρωθυπουργός δεν ήρθε, επικαλούμενος της φωτιές στη Θάσο. Η παράσταση έγινε και του διαβιβάστηκε, με όρους κινήματος, σχετικό υπόμνημα.
Την ώρα που δινόταν μάχη για λύσεις στους σεισμόπληκτους και τα παιδιά τους, τοπικοί παράγοντες χαριεντίζονταν με τον Υπουργό Εσωτερικών (που είχε έρθει στα εγκαίνια του νέου σχολικού συγκροτήματος αντί του πρωθυπουργού) ενώ άλλοι αναπαρήγαγαν το «κλείσιμο του ματιού» του Υπουργού για επανασυστάσεις Δήμων, χωρίς να λένε κουβέντα για τα οξύτατα προβλήματα που απαιτούν λύσεις.
Στο κλείσιμο της τριετίας, λοιπόν, ο σεισμόπληκτος λαός των νησιών μας πρέπει να στοχαστεί και να κάνει τις επιλογές του. Θα βάλει στο κέντρο τις πραγματικές ανάγκες του και θα τις διεκδικήσει ή θα άγεται και θα φέρεται στο δήθεν «εφικτό» και αποδειγμένα αναποτελεσματικό, που με μαθηματική ακρίβεια τον οδηγεί στην επαιτεία και στην ήττα; Θα χαράξει δρόμο με κριτήριο τα συμφέροντα των εργατών, των φτωχών επαγγελματιών και της μεγάλης μάζας της νέας γενιάς, με αντίστοιχο προσανατολισμό και μαζικοποίηση της συμμετοχής του λαού ή θα αφήσει την πρωτοβουλία στους πολιτικούς κύκλους που «εφάπτονται» του κεφαλαίου, που συνδιαλέγονται και συναλλάσσονται για τοπαρχίες και μίγματα αντιλαϊκής διαχείρισης; Θα υπάρξει αποφασιστική αναμέτρηση με τη «μήτρα» του προβλήματος, την πολιτική υπέρ του κεφαλαίου που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της ανταγωνιστικότητας και θα συνδεθεί κάθε μέτωπο του αγώνα με το κύριο ή θα σκορπίζονται οι δράσεις σε ανώδυνα μονοπάτια και θα ευνοούνται πολιτικές ανασυντάξεις οι οποίες θα τον διαψεύδουν; Σε αυτά τα ερωτήματα η ΕΛΜΕ-ΚΙ, όπως κι όλες οι δυνάμεις που συγκροτούν την Επιτροπή Φορέων, έχει απαντήσει σταθερά και στην πράξη. Ας απαντήσει και ο λαός μας με τρόπο που να μην ανακυκλώνει λάθη και ξεφεύγοντας μακριά από κάθε παγίδα, όσο καλοστημένη κι αν είναι.
Διονύσης Γεωργόπουλος
Πρόεδρος ΕΛΜΕ Κεφαλονιάς - Ιθάκης
Αργοστόλι 04/01/2017