Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

ΝΑ ΓΙΝΕΙ Η ΟΡΓΗ ΜΑΣ ΠΡΑΞΗ

Τα θύματα χιλιάδες των πολέμων κάτου

σέπονται με της πείνας, της σκλαβιάς αντάμα,

με της αρρώστιας, του δαρμού — δόξα θανάτου!




Όλοι του Παραδείσου ισάγγελοι! Μα εγώ,

που ξεψυχώ και δεν πεθαίνω, το ’χω τάμα

να τυραννιέμαι ακόμα μόνος. Όσο αργώ,

τόσο και θησαυρίζω πιότερα στα ύψη!…

Μα νά τος πάλι ο Πειρασμός, αχώριστός μου,



(πιότερο εγώ τονε πειράζω· κι αν μου λείψει,

θα μου κακοφανεί!) μου ξαναλέει: — «Κουνήσου!

Δε σώζεις την ψυχή σου, τους κυρίους του Κόσμου

με τη φυγή, την αρνησιά και τη θανή σου.

Όχι με λόγια, μ’ έργα το άδικο πολέμα!



Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!

Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.

Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού,

η λευτεριά η δικιά του θα ’ναι λευτεριά σου,

κι ανάγκη πια δε θα ’χεις κανενός Θεού».

Απόσπασμα από «Στυλίτη» του Κώστα Βάρναλη



Κάθε μέρα κι ένας νεκρός. Από τη πείνα, από το κρύο, από την απόγνωση, από τη μάχη με τα κύματα της θάλασσας σε κάποιους από τους δρόμους της προσφυγιάς. Στους πολέμους του καπιταλισμού ή στα εργατικά ατυχήματα της ανάπτυξης και των κερδών του. Της ευημερίας τους που μυρίζει θάνατο. Κάθε μέρα…

Κι εμείς γεμίζουμε σελίδες με μύδρους οργής, φωνάζουμε άφωνοι με τα πληκτρολόγια «της επικοινωνίας» στα χρόνια της χολέρας που ζούμε, ανήμποροι τάχα; Οργισμένοι, το δίχως άλλο. Αλλά η οργή, όσο κι αν ξεχειλίζει, ο θάνατος δεν νικιέται. Και μας κυκλώνει. Και μας απογυμνώνει. Και μας παραλύει. Και μας απομονώνει. Γιατί η οργή από μόνη της δεν φτάνει. Χρειάζεται να βγει έξω και να εκφραστεί. Να απελευθερωθεί στους δρόμους και τις πλατείες. Στα σκλαβοπάζαρα της δουλειάς. Εκεί οφείλει η οργή μας να γίνει πράξη. Εκεί που ο φόβος γίνεται υπόθεση αυτών που σπέρνουνε το θάνατο. Εκεί που όλοι μαζί  μπορούμε να νικήσουμε το θάνατο κάνοντας τη ζωή δική μας υπόθεση.