Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Τα Πάθη ή «Το μοιρολόγι της Παναγιάς»(1)


Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός

Πρόκειται για το τραγούδι  της Μεγάλης Παρασκευής, που παρακολουθώντας τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων  θρηνεί έμμεσα την ανθρώπινη τύχη του Χριστού από τη σύλληψή του  έως το σταυρικό θάνατο, και του συμπαραστέκεται η τραγική Μητέρα του. 

Είναι σε μορφή δεκαπεντασύλλαβου και είναι γνωστό σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, από τόπο σε τόπο παρουσιάζει στιχουργικές παραλλαγές, και όπως διαπίστωσε ο Μπουβιέ (2)  (φιλέλληνας, ερευνητής του νεοελληνικού πολιτισμού) το πρωτοβρίσκουμε  σε χειρόγραφα από τον 14ο  αιώνα και από τα μέσα του 19ου αιώνα το συναντάμε τυπωμένο σε συλλογές και φυλλάδες, τις λεγόμενες «στάμπες». Έχουν καταγραφεί περίπου 256 παραλλαγές που μιλούν όλες (για τον αγγελιαφόρο της κακής είδησης, τη λιποθυμία της Μάνας, την πορεία συμπαράστασης στο δικαστήριο, στο μαρτύριο, το δείπνο της παρηγοριάς…). Ο Μπουβιέ πιστεύει πως είναι ελληνικό τραγούδι και στην πορεία του χρόνου από τους μετανάστες  Έλληνες διαδόθηκε στους άλλους «βαλκανικούς λαούς»,  εννοεί στους Έλληνες που ζουν στα γύρω κράτη από την πατρίδα τους. Υπάρχει δε μεγάλη βιβλιογραφία για το άσμα αυτό, που το συναντάμε με διάφορες παραλλαγές από τόπο σε τόπο. 
Αξιόλογη παραλλαγή πάνω στο μοιρολόι της Παναγιάς είναι η αναφορά για το θρύλο της Αγίας Καλής, μιας ευφημιστικής κακής θεότητας στις Ελληνικές θάλασσες, που συμβολίζει ή εκπροσωπεί τη δύστροπη κοινή γνώμη, μπροστά στις ανθρώπινες αδυναμίες.  Κατηγορεί, λένε την Παναγιά, πως δέχτηκε να φάει κάτι, την πρώτη μπουκιά παρηγοριάς, ύστερα απ’  τον θάνατο του παιδιού της. Σε πολλά μέρη στο πρόσωπο της Αγίας  Καλής, αυτής της ασυναξάριστης και αλειτούργητης αγίας παίρνει τη θέση της η Αγία Ελεούσα. Μια τέτοια παραλλαγή σώζεται και στην περιοχή της  Παλικής, ιδιαίτερα στην Ανωγή.

«-Σύρε Μάνα, στο σπίτι μας και σύρε στο κελί μας,
και βάλε δάχτυλο κρασί κι αφράτο παξιμάδι,
για να έλθουν οι παρηγοριές, να παρηγοριώνται οι μάνες
να παρηγοριώνται οι αδελφές, κι οι μαύρες οι χηράδες.
-Αγία Λεούσα διάβηκε και την κατηγορούσε:
-Ποιος είδε γιο εις το Σταυρό, και μάνα στο τραπέζι;
Εσύ Εκκλησιά αλειτούργητη, ποτέ μη λειτουργιέσαι
και το νερό σου να βρομά και τους λεπρούς να πλένεις.
-Όποιος το ακούει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει
όποιος το καλακουρμαστεί, παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο».

Ο Μπουβιέ πιστεύει πως στο πρόσωπο της Αγίας Καλής ή Κυρά  Καλή, επιβιώνει κάποια Αιγιακή θεότητα που ανάλογα τον τόπο και την εποχή παίρνει κι άλλο όνομα.  Είναι φανερό πως η Παληκισιάνικη παραλλαγή
 ( η Κυρά Καλή έγινε Αγία Ελεούσα)  και εξυπηρετούσε το θαυμαστό και ιατρικό νερό της ιαματικής πηγής της Αγίας Ελεούσας κοντά στα Δελλαπορτάτα.  Ό στίχος «Και το νερό σου να βρομά  και τους λεπρούς να πλένει» χαρακτηρίζει ακριβώς το ιαματικό νερό της ομώνυμης πηγής της Παλικής, το οποίο μυρίζει θειάφι.  



                                                  ΤΑ ΠΑΘΗ(3)

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπόνται.
Σήμερον έβαλα βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρεις κατηραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό των Πάντων Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να κάμει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τας προσευχάς της έκανε για το Μονογενή της
φωνή εξήλθε εξ' ουρανού και απ' αρχαγγέλου στόμα.
Σώσων κυρά τας προσευχάς, σώσων και τας μετάνοιας
και τον υιό σου πιάσανε και σαν ληστή τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε.
Φτιάξε καρφιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια
κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάνει πέντε.
Συ Φαραέ που τα' φτιαξες εσύ να μας διδάξεις.
Τα δυο βάρτε στα πόδια του και τα' άλλα δυό στα χέρια
το πέμπτο το φαρμακερό, βάρτε το στην καρδιά του
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Η Παναγιά σαν τα' άκουσε έπεσε και λιγώθει
σταμνιά νερό της έριχναν τρία κανάτια μόσχο
και τρία νεροδόσταμνα για να της έρθει ο νους της.
Μα σαν της ήρθε ο λογισμός, μα σαν της ήρθε ο νους της
ζητά μαχαίρι να σφαεί, φωτιά να πάει να πέσει, 
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογένη της.
Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε.
Όλοι ακολουθήσετε να πάμε να τον βρούμε.
Δεν ακολούθησε κανείς μονάχα τρεις Παρθένες
η Μάρθα - η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,
του Ιακώβου η αδερφή και οι τέσσερες αντάμα,
πήραν τη στράτα, το στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τσ' έβγαλε μες του Ληστή την πόρτα,
άνοιξε πόρτα του Ληστή και πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της.
Κοιτά δεξά, κοιτά ζερβά κανέναν δεν  ηγλέπει.
Κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Αϊ Γιάννη.
Αφέντη μ' Αϊ Γιάννη μου και Βαπτιστή του γιου μου,
Μην είδες τον υγιόκα μου και σε διδάσκαλό σου.
Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω.
Δεν έχω χεροκάλαμο για να σου τον εδείξω.
Βλέπεις εκείνον το γυμνό τον παραπονεμένο
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα  βουτηγμένο
όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι
εκείνος είναι ο γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε
δεν μου μιλάς παιδάκι μου δεν μου μιλάς παιδί μου
τι να σου πω μανούλα μου που διάφορο δεν έχεις
κοντά στο Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύκτι
που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά με τις χρυσές καμπάνες.
Όποιος το ακούει σώζεται και όποιος το λέει αγιάζει
και όποιος το καλοσκεφτεί Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο τάφο.
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο
εκεί δεντρί δεν ήτανε δεντρί εφανερώθη
στην κορυφή ήταν ο Χριστός και στα κλαδιά οι Αγγέλοι
και μέσα στα χαμόκλαδα ήταν οι μάρτυρές του
που μαρτυρούσαν και έλεγαν για του Χριστού τα Πάθη
για του Χριστού τ' αφέντη μας Και του Μονογενή μας
που έχυσε το αίμα του για πινομή δική μας. 

Σημειώσεις 
1. Το άσμα αυτό είναι πανελλήνιο άσχετα ένα το συναντάμε με χιλιάδες παραλλαγές. Λέγεται δε και Καταλόγι της Παναγιάς. Πρβλ  Δημήτριος Α. Λουκάτος, Πασχαλινά και της Άνοιξης,  Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σ.σ. 79-84.
2 . Bertrard Boyvier, “Le  Mirologye de la Vierge I. La Chanson populaire du  vendredi Saint’, Geneve 1976.                                                
3. Από τη μνήμη της Ελένης Γεωργίου Απέργη, 1906-2007, που κατοικούσε στο χωριό Ζώλα.