Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Λειβαδίτης. 1953


Τα ρολόγια έδειχναν μεσάνυχτα. Μια νέα μέρα ξεκινά τον κύκλο της και είναι η 9η Μάη 1945. Οι αντιπρόσωποι των νικητών και την ηττημένων μπαίνουν στην αίθουσα για την υπογραφή της άνευ όρων παράδοσης της Γερμανίας. Στις 00.43 οι υπογραφές είχαν μπει.

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο πιο βάρβαρος στην ιστορία της ανθρωπότητας είχε τελειώσει και ήταν το περισσότερο αίμα που είχε χυθεί ποτέ.

Η Κόκκινη Σημαία, σύμβολο της νίκης του Ανθρώπου απέναντι στο φασισμό κυμάτιζε στο Ράιχσταγκ. Το ναζιστικό τέρας είχε συντριβεί. Η ελπίδα για την οριστική επικράτηση της ειρήνης φλόγιζε τις καρδιές των λαών της οικουμένης. Γι αυτή την ειρήνη μιλάει ο Τάσος Λειβαδίτης.


Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας (...)
Μνημόσυνο για τους πεσόντες (...)
Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούια
φυσάει (...)

Πιο σιγά λοιπόν
πιο σιγά
θα ξυπνήσετε τους νεκρούς -
θα ξυπνήσουμε
φυσάει στους καταφρονεμένους και τους γυμνούς (...)

Κι έγινε τότε μεγάλη σιωπή.
Κι άρχισε ο ήλιος να κατεβαίνει μέσα στις φλόγες της δύσης.
Κι ο ουρανός έγινε κόκκινος. Και το χώμα κόκκινο. Σαν αίμα.
Και δεν ακουγόταν τίποτα σ' όλη τη γη.
Και προβάλλοντας σιγά - σιγά πίσω απ' τα υψώματα
μεγάλες σκοτεινές φάλαγγες φάνηκαν νάρχονται.
Απ' τις πεδιάδες, απ' τα φαράγγια, απ' τις χαράδρες, απ' τα βουνά
απ' όλους τους δρόμους φάνηκαν νάρχονται
οι νεκροί του πολέμου.

Ξετυλίγονταν σε μακριές μαύρες σειρές σα να πηγαίναν σε μάχη.
Και προχωρούσαν σέρνοντας τα βήματα τους και τρικλίζοντας
το κορμί τους έγερνε μπροστά σα νάχαν πολύ περπατήσει
σα νάχαν κουραστεί να περιμένουν τόσο πολύ
Και προχωρούσαν κουτσαίνοντας και σαλεύαν αργά
ως το βάθος του κόσμου.

Και κάθε τόσο τρεμούλιαζε η γης, ύστερα έσκαγε κι άνοιγε
ένα μαυροπράσινο χέρι έβγαινε απ' το χώμα και τέντωνε τα
σάπια δάχτυλα.
Οι νεκροί ανακλαδίζονταν και σηκώνονταν όρθιοι
Και πατούσαν πάνω στους άλλους νεκρούς και προχωρούσαν
και σερνόντουσαν κι αυτοί στο χώμα κι αρπάζονταν απ' τις
χλαίνες των άλλων κι ανασηκώνονταν
και σμίγαν τις φάλαγγες και πλήθαιναν και προχωρούσαν
εκατομμύρια νεκροί.

Κι ανάβαν κόκκινοι οι ορίζοντες σα να καιγόταν ο κόσμος.

Ερχόντουσαν απ' τα χαρακώματα, απ' τις υπόγειες στοές,
απ' τις τρύπες
ερχόντουσαν απ' τους ομαδικούς τάφους τους ανοιγμένους στις πεδιάδες
εκεί που τους είχαν σωριάσει γρήγορα - γρήγορα
σα να φτυαρίζαν ένα σωρό κοπριά.
Ερχόντουσαν με τις κομματιασμένες, ματωμένες χλαίνες τους
σκεπασμένες από ένα παχύ στρώμα λάσπη
με τα μάτια τους γυάλινα, πελώρια ανοιγμένα, όπως μείναν
την ώρα που τους κάρφωναν την ξιφολόγχη
με το στόμα συσπασμένο, σκισμένο απ' την τελευταία κραυγή.
Ερχόντουσαν απ' τα σταχτιά, ερημωμένα πεδία της μάχης
με τα πρόσωπα χωματένια, παραμορφωμένα
καθώς την ώρα που έπεσαν, οι άλλοι τρέχοντας πατούσαν
πάνω τους και προχωρούσαν
κι όλη τη μέρα, αρβύλες ρόδες άλογα, τους ποδοπατούσαν
ανάμεσα στις κανονιές και τον καπνό.

Ερχόντουσαν ξεκοιλιασμένοι, σπαραγμένοι, σαπισμένοι
ανασαίνοντας δύσκολα με το κεφάλι ανεστραμένο και το στόμα,
σαν μια πληγιασμένη τρύπα, ανοιχτό
Και προχωρούσαν αργά μέσα στο κόκκινο πελώριο
ηλιοβασίλεμα.

Άλλοι κρατούσαν με τα χέρια τους τα χυμένα τους σπλάχνα
άλλοι βαστούσαν σαν ντουφέκια στους ώμους
τούς ξεριζωμένους σταυρούς
άλλοι με τα κομμάτια της οβίδας ακόμα καρφωμένα
στα κόκκαλά τους
κι άλλοι με γαντζωμένα πάνω τους τα συρματοπλέγματα, όπως
τάχαν αγκαλιάσει την ώρα που τους θέριζε
το πολυβόλο. (...)

Οι φαντάροι είναι κίτρινοι
τα όπλα στα χέρια τους αλλάζουν και γίνονται δεκανίκια
ύστερα αλλάζουν και γίνονται κεριά
ύστερα αλλάζουν
και δεν υπάρχουν μήτε όπλα μήτε στρατιώτες πια

Οι νεκροί
προχωράνε
αμίλητοι
αναποδογυρίζουν τα καμιόνια αναποδογυρίζουν τα τάνκς
πατάνε πάνω στις ξιφολόγχες και τις σάλπιγγες

Επιτεθήτε
χι - χι - χι

Μια γυναίκα ουρλιάζει : γιέ μου
και χύνεται στα πόδια ενός νεκρού
ένας νταμαρτζής φωνάζει
μαζί τους
ένας χτίστης : δολοφόνοι
ένας αχθοφόρος σηκώνει το χέρι του
κι η γροθιά του πελώρια κρέμεται πάνω απ' τα μέγαρα
βοήθεια
μαζί τους
δολοφόνοι
γιέ μου γιέ μου...

Και τότε ξανάρχισε ο άνεμος

Κι ολάκαιρο το πλήθος σάλεψε κι άρχισε να προχωράει
ένα δάσος από σηκωμένες γροθιές
ένα απέραντο βουητό
ειρήνη
ειρήνη

Τα μεγάλα ρολόγια των πολιτειών τρίζουν καθώς σπρώχνουν
τον χρόνο
οι χτίστες κατεβαίνουν απ' τις σκαλωσιές και προχωράνε
αυτοί που στρώνουνε τις δημοσιές βάζουν τις αξίνες στους
ώμους τους και προχωράνε
ειρήνη
ειρήνη

Οι τοίχοι τα σπίτια οι πλατείες οι σταθμοί
κοιτάζουν έκπληχτα αυτό το σκοτεινό πλήθος
που κάνει τον κόσμο να τρέμει
και να ξαναγεννιέται
έρχονται απ' τα ορυχεία απ' τα χαντάκια απ' τους υπονόμους
έρχονται απ' τα βάθη του χρόνου καβάλα
στους οδοστρωτήρες
ακούστε
αγκομαχάνε οι ρόδες τους σαν την ανάσα της ιστορίας (...)

Ο άνεμος σκίζει τα σύννεφα
και πάνω σ' αυτά τα κουρελιασμένα πλήθη
πέφτει ξαφνικά ένας καταράχτης φως
είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί
εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε
είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα
κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο
ειρήνη
ειρήνη
είμαστε οι προλετάριοι

Σαν μια αστράπη το αύριο αυλακώνει τις πρωτεύουσες
οι πολιτείες φαρδαίνουνε σπρωγμένες απ' τους αγκώνες του
πλήθους
οι περαστικές σκιές πέφτουν τραχειές πάνω στα μέγαρα σαν
αξίνες
αυτός ο θόρυβος είναι ο σφυγμός ενός πελώριου πυρετού
- θάλεγες πως το ίδιο το μέλλον βαδίζει σήμερα

Οι τυφλοί πίσω απ' το σκοτάδι τους με τρεμάμενα ρουθούνια
μυρίζονται αυτόν τον ήλιο που πάει ν' ανατείλει
είμαστε εμείς που γκρεμιζόμαστε απ' τις σκαλωσιές
εμείς που μας θάβουν οι στοές των ορυχείων
εμείς που πέφτουμε ουρλιάζοντας μες τα λυωμένα μέταλλα
ειρήνη
ειρήνη
ο άνεμος που σας παρασέρνει απόψε
έρχεται απ' τα χνώτα μας και τα φυσερά μας

Χιλιάδες άνθρωποι προχωράνε
βλοσυροί
χοντροκομμένοι
βρώμικοι
μην πιστεύοντας στο Θεό
κουβαλώντας σαν ένα καινούργιο πελώριο Θεό
τη δύναμη τους
είμαστε εμείς που κλαίμε σ' όλες τις γωνιές του κόσμου
εμείς που βλαστημάμε όλα τα ιερά του κόσμου
είμαστε εμείς που τραγουδάμε σ' όλες τις γλώσσες του
κόσμου
ειρήνη
ειρήνη

Προχωράνε απ' όλα τα σημεία της γης
με τις χοντρές πατούσες τους γκρεμίζοντας τα σύνορα
με τα σκληρά ροζιασμένα χέρια τους σχεδιάζοντας πάνω στο
κόκκινον ορίζοντα
τις φαρδειές χειρονομίες ενός καινούργιου πεπρωμένου

Και πίσω έρχεται ο άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος βουίζοντας
ειρήνη
ειρήνη
Ε ι ρ ή ν η