Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Καντάδες: Οι περίφημες αθηναϊκές νυκτωδίες

Εάν αποδεχθούμε πως η καντάδα πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα γύρω στα 1863 και ότι ήταν ένα πραγματικό πολιτισμικό δώρο που έφεραν μαζί τους τα Επτάνησα όταν ενώθηκαν με τη μητέρα πατρίδα, τότε οφείλουμε να γιορτάσουμε τα 150 χρόνια της.

Ήταν μεγάλο το ταξίδι που έκανε η καντάδα για να φτάσει να αποθεώνεται στα στενά δρομάκια της Πλάκας, του Ψυρρή και της Νεάπολης. Ο αρχικός τύπος της λέξης (καντάτα = μουσικός όρος που σημαίνει τεμάχιο φωνητικής μουσικής) χρησιμοποιήθηκε σε σειρά έργων του Αλεξ. Γκράντι (1620-1626) και διατηρήθηκε στα Επτάνησά μας, ιδιαιτέρως δε στην Κεφαλονιά.
Αλλά, ως γνωστόν, η Αττική γη έχει την ιδιότητα να ενσωματώνει και να δίνει νέα ταυτότητα, τη δική της, σε έμψυχα και άψυχα. Έτσι και η πολυύμνητη Αθηναϊκή Καντάδα εμφανίστηκε φρεσκαρισμένη, ολοζώντανη, γεμάτη συναισθήματα, λουλούδια, ρομαντισμούς και χαριτωμένες ατάκες. Εξάλλου, όπως έγραψε κάποτε ο Θ. Βελλιανίτης για ν’ ανθίσει η Αθήναική Καντάδα και να αφυπνίσει τις μαυρομμάτες κόρες των Αθηνών χρειαζόταν ανέφελο ουρανό και αστροφεγγιά!
Από τα Επτάνησα στην Αθήνα
Η Καντάδα, όπως έφτασε στην Αθήνα αποτέλεσε στοιχείο χαρακτηριστικό της κοινωνικής της ζωής. Κάποιοι υποστήριξαν ότι μέσω της καντάδας αναπτύχθηκε και το μουσικό αίσθημα της εποχής, αφού ακόμη δεν είχαν σχηματισθεί μουσικοί σύλλογοι, ωδεία, μουσικές εταιρείες ή άλλα σχολεία ωδικής για το ευρύ κοινό. Πριν από τις καντάδες στους δρόμους των Αθηνών αντηχούσαν οι αμανέδες και στίχοι όπως:
«Αναστενάζω βγαίνει αχνός / βγαίνει απ’ το γελέκι στην πρώτη μου αγαπητικιά/ να πέση αστροπελέκι»!
Επτανήσιοι λοιπόν, δίδαξαν το είδος αυτό της μουσικής με την κιθάρα και το μαντολίνο. Από τότε τα στα φοιτητικά δωμάτια μπορεί να μην υπήρχαν τα απαραίτητα επιστημονικά εγχειρίδια, στους τοίχους όμως κρέμονταν οπωσδήποτε κιθάρες και μαντολίνα. Έτσι πολιτογραφήθηκε η Καντάδα στην Αθήνα και το απομακρυσμένο ακόμη προάστειο της Νεαπόλεως έγινε η εστία που έθρεφε τα στίφη των αοιδών, οι οποίοι εννοούσαν να ξυπνούν τους γέροντες γονείς αλλά και τα αισθήματα των θυγατέρων τους.
Εξάλλου, πάντα σύμφωνα με τον Θ. Βελλιανίτη, από τις ομάδες αυτές προήλθαν και οι πρώτοι μαθητές του ωδείου που ίδρυσε ο μουσικός, μαέστρος και παιδαγωγός Ραφαήλ Παριζίνης (1820-1875). Ο αείμνηστος εκείνος φιλέλληνας αφού διέτριψε στην Κέρκυρα επί τριετία, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου δίδασκε μουσική. Σε εκείνον οφείλεται ο σχηματισμός χορωδιών των ιταλικών θιάσων ή του ανακτορικού ναϊσκου της βασίλισσας Όλγας και εκείνος δίδαξε τον τενόρο Αποστόλου που θριάμβευσε στην Ευρώπη. Άρα η καντάδα κατέθεσε τον φόρο της στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της χώρας, όπως είχε συμβεί και στην Ιταλία. Οι κανταδόροι αποτέλεσαν έμπνευση για εκείνους που τους μάζεψαν από τους δρόμους προκειμένου να ιδρύσουν τα πρώτα ωδεία.
Κούρευαν τους κανταδόρους!
Δεν ήταν ανέφελη όμως η διαδρομή της Καντάδας ούτε λίγες οι φορές και οι περιπτώσεις που περιέπεσε σε δυσμένεια και διωγμό. Ο αλήστου μνήμης αστυνόμος Μπαϊρακτάρηςμαζί με τους κουτσαβάκηδες του Ψυρρή κυνήγησε ανελέητα και τους κανταδόρους, τους πλάνητες εκείνους τραγουδιστές. Θεωρήθηκαν ως ταραξίες, υπονομευτές του ύπνου όσων την ώρα εκείνη είχαν παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Το ζήτημα βέβαια είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν αστυνομικός διευθυντής ήταν ο Δημοσθένης Πάϊκος, ο οποίος όμως αρνείτο να ενδώσει στις παρακλήσεις του ποιητή Παναγιώτη Συνοδινού.
Ο τελευταίος αφού αναγκάσθηκε σε πολλαπλές αγρυπνίες ακούγοντας κάποιον νεαρό να εξομολογείται τραγουδιστά τον έρωτά του, δημοσίευσε ένα σατιρικό ποίημα, με το οποίο καλούσε την Αστυνομία να εμποδίσει τους τρομερούς αυτούς ταραχοποιούς. Ο Μπαϊρακτάρης, ο οποίος διαδέχθηκε τον Στάϊκο, εξαπέλυσε αποσπάσματα ευζώνων, τα οποία αγρίευαν μόλις ακουγόταν ο μελαγχολικός τόνος της κιθάρας ή του μανδολίνου. Έπεφταν επάνω τους και μαζί με τα μουσικά όργανα, έσπαγαν και τα κεφάλια των ταλαίπωρων αοιδών, τους οποίους φρόντιζαν να κουρεύουν στα αστυνομικά τμήματα!
Για τα κορίτσια τα ακούσματα ήταν ευχάριστα και όταν περνούσε η νυχτερινή χορωδία ακουγόταν το τρίξιμο των μισανοιγμένων παντζουριών. Αλλά για τους ηλικιωμένους το πράγμα ήταν διαφορετικό. Ο χρόνος είχε πάρει μαζί του τα τρυφερά πάθη και προτιμούσαν καλύτερα τη νυχτερινή διωδία του ροχαλητού έχοντας στο πλάι τους να αναπαύονται οι σύντροφοι της ζωής τους. Όποτε λοιπόν, κάποιος γέροντας ξεπρόβαλε ωρυόμενος για τη διατάραξη του ύπνου του, οι… ταραξίες έφευγαν και αυτοί διαμαρτυρόμενοι αλλά τραγουδώντας:
«Ούτε ο γέρος ποτέ ξανανιώνει, / Ούτε τ’ αηδόνι το ταίρι του βρίσκει, / Ούτε η καρδιά δυό φορές θ’ αγαπήση, / ούτε θα ζήσει κανείς δυό φορές»!
Μπορεί σήμερα οι καντάδες να αποτελούν μέρος της ελληνικής ιστορίας και να ακούγονται συνήθως για τουριστικούς και σπανιότερα για συναισθηματικούς λόγους. Αλλά όσο θα γράφουμε σημειώματα πολλά για την ιστορία τους, ίσως εμφανιστεί από κάποια γωνιά ο τροβαδούρος: «Κοιμήσου, αγάπη μου γλυκειά, / κ’ εγώ με την κιθάρα / σε νανουρίζω σιγανά, / με πόνο με λαχτάρα»!