Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Θαλασσινά Πεζοδρόμια





Γράφει ο Βάιος Φασούλας
Στο κομπόδεμα του ξένου η ελπίδα, η προσδοκία και το μεγάλο «όνειρο» δεμένο σφιχτά με το σχοινί της ματαιοδοξίας περιμένει την πραγματοποίησή του!!
«Αχ! Νάξερα!» είναι ο τίτλος ενός αξιόλογου βραβευμένου μυθιστορήματος του Κεφαλλονίτη, Γαβριήλ Παναγιωσούλη, του οποίου στις 06 Νοεμβρίου του 2002 μεταξύ άλλων σημείωνα: «Το βιβλίο του Γαβριήλ Παναγιωσούλη αναμφιβόλως είναι φορτωμένο από μια ποικιλόμορφη περιπέτεια, βουτηγμένη στην εφήμερη αγωνία και στην αβεβαιότητα για το άγνωστο, μια περιπέτεια χωρίς αρχή και τέλος με μοναδικό στόχο και σκοπό το κυνήγι ενός «ονείρου...». Για ένα κυνήγι ενός «ονείρου» τράβηξε πολλές φορές το «σπάγκο» να το φέρει κοντά του, μα εκείνο ...σαν «όνειρο» πάντα ξέφευγε ή διαλύονταν έτσι που πέθαινε η ελπίδα μιας ημέρας για να φέρει η επομένη μια άλλη, κι εκείνη, στη συνέχεια, να χάνεται και να σβήνει».
Αχ! Να ξέρατε τη δική μου χαρά όταν, πέρα από την άλλη άκρα του Πλανήτη, έφτασε στο σπίτι μου ένα νέο έργο του Γαβριήλ Παναγιωσούλη, υπό τον τίτλο «Θαλασσινά Πεζοδρόμια» το οποίο είναι χωρισμένο σε δυο ενότητες(Α και Β Μέρος) ενώ τα ποικίλα και πολύμορφα διηγήματά του τοποθετημένα σε άριστη διάταξη, δίνουν ένα ολοκληρωμένο έργο ξεκούραστο και ευχάριστο, χωρίς «κενά», με πολλά κοινά, προβληματισμούς και προπάντων εμπειρίες που ξεκινούν από τα μικρά του χρόνια μέχρι σήμερα.
Ήρωες, λαοί και Χώρες, ταξίδια και τροπικά λιμάνια, εξωτικές διηγήσεις, περιπέτειες και περιηγήσεις, αντάμωμα ανθρώπων και πολιτισμών, φυσικές συνθέσεις και πολύμορφες αντιπαραθέσεις μέσα από αγνές και αμαρτωλές ερωτικές απολαύσεις, εκεί που το γυναικείο κορμί προσκυνά το «χρυσό» θεό, που επικρατεί και παρανομεί.
«Τι ζητούσα;» Διερωτάται ο συγγραφέας στη σελίδα 53. «Μια τρυφερή ψυχή, ένα άνοιγμα καρδιάς, μια κουβέντα αγάπης, μια ρομαντική ύπαρξη, ένα λουλούδι, ένα γιασεμί, μια ντροπαλή ματιά, αντί αυτών συναντούσα γυναίκες, γυναίκες, γυναίκες. Πλάσματα άγνωστα, σώματα προσφερόμενα, υστερόβουλα, τα έκανα πέρα, βαρεμένος περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα...»
Και αλλού ο Κεφαλλονίτης συγγραφέας δίνει στον αναγνώστη μια ξέχωρη γεύση του αγοραίου έρωτα: «Ξέρεις...,» μου λέει..., «έχουμε συνεννοηθεί ο άνδρας μου κι εγώ, αυτός στα βαπόρια κι εγώ εδώ να δουλέψουμε για λίγο ακόμα και μετά να πάμε στην Αμερική. Τι λες, έρχεσαι να κοιμηθούμε μαζί απόψε;» Και ο δημιουργός του έργου της απαντά: «Δεν παίρνεις καλύτερα τον καπετάνιο, αυτός έχει πιο πολλά λεφτά». (Από τη σελίδα109).
Ρηξικέλευθος, ταξιδευτής και κοσμοπολίτης με την ασίγαστη σκαπάνη του δεν έπαψε στιγμή να σκαλίζει τα δώθε και τα πέρα και να εξωτερικεύει τα πάθια του. Στο νέο του βιβλίο, «Θαλασσινά Πεζοδρόμια» παρουσιάζει ένα ψηφιδωτό ανακατεμένο από νερό και χώμα, με το χτες, το σήμερα και το αύριο, θα τον δει κανείς με τη σκαπάνη στον ώμο του σαν εξερευνητή να βρίσκεται απανταχού στα «ξερά» και στα «θαλάσσια πεζοδρόμια», στα παλιά και στα τωρινά και να στοιβάζει λογοτεχνικά έργα, ποιήματα και αναρίθμητα διηγήματα μακριά απ' την ανθρώπινη φαντασία.
Όλα αυτά τον καθιστούν άξιο εργάτη της πέννας και του λόγου, ακούραστο, αειθαλή, επίμονο και στοχαστή που κρατά τον αναγνώστη στις Θερμοπύλες της ανάμνησης, καθηλώνοντάς τον στην περιπέτεια που αναμιγνύεται με την... «αλμύρα της θάλασσας, στον αφρό των κυμάτων, στο άπειρο του ουρανού, στη λάσπη των λιμανιών, στην καταπράσινη ζούγκλα...» όπως ο ίδιος γράφει στον πρόλογό του
Πολύπλευρος, πολυτάλαντος και ανήσυχος απ' το γρήγορο πέρασμα του χρόνου συγγραφέας, στόχος του είναι η πηγαία εξωτερίκευση των συμβάντων που έζησε και αφτιασίδωτα να μας τα μεταφέρει. Αυτή είναι η επιθυμία του και ο στόχος του να προλάβει την καταγραφή τους, όχι για να εισπράξει ένα «μπράβο» (αυτό ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης το έχει ήδη εισπράξει)αλλά να αφήσει μια πνευματική παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές όχι μόνο για να μάθουν, αλλά να μιμηθούν τους πνευματικούς τεχνίτες των διάσπαρτων οάσεων της ελληνικής διασποράς και με δικά τους συγγράμματα να μην επιτρέψουν ποτέ και με τίποτα το ελληνικό πολιτιστικό κεφάλαιο να κλείσει.
Ας περιορίσω τον ίστρο μου..., αλλά όποιος ασχοληθεί με το έργο του Γ. Παναγιωσούλη αυτό θα του συμβεί. Πριν κλείσω θα ήθελα να αναφερθώ με λίγα λόγια και στα πέτρινα χρόνια της κατοχής όπου ο συγγραφέας έζησε. Μικρές ιστορίες κινηματογραφικού ρου περνούν μπρος από τα μάτια του αναγνώστη, εικόνες παραστατικές που ξεδιπλώνουν τα πάθια της εποχής, που έντρομα αντιμετωπίζει ο μικρός ήρωας της πείνας, έτσι που να διερωτάται ο νεοέλληνας αν πράγματι αυτά συνέβησαν.
Στο ενσωματωμένο έργο του, «Θαλασσινά Πεζοδρόμια» μεταξύ των πολλών διηγημάτων του, συμπεριλαμβάνεται και «Το Μπλε Τριαντάφυλλο» στο οποίο σκιαγραφεί μια επιθυμία, ένα όνειρο, προερχόμενο απ' το αδυσώπητο μαρτύριο της πείνας, που στην μαύρη κατοχή επικρατούσε: «Ίσως να πραγματοποιείτο το όνειρό μου, ένα όνειρο να μπορούσα να χορτάσω κάποτε, να φάω όσο ήθελα και το φαγητό που ονειρευόμουν ήταν γάλα βραστό με αλάτι, να μουσκεύω ψωμί μέσα, να το τρώω και να γελάω...».
Κι όταν μια φορά τον έστειλε η μάνα του, μοδίστρα, σε μια συγχωριανή κυρία να της πάει ένα φουστάνι, για τον κόπο, η κυρία τον ευχαρίστησε δίνοντας: «Να, πάρε» μου λέει και μου δίνει ένα κομμάτι ψωμί. Η γλώσσα μου άρχισε να υγραίνει, το σάλιο μου έτρεχε απ' τα άκρα των χειλιών μου, η ανάσα μου κόντευε να κοπεί απ' την αδημονία της δαγκωματιάς που θα έδινα στη σάρκα του ψωμιού. Έχωσα τα δόντια μου, έκοψα μια τόσο μεγάλη μπουκιά, παρ' ολίγο να πνιγώ, ένα μπλε-πράσινο χρώμα άνθισε μπρος στα μάτια μου, στην αρχή μου φάνηκε ότι ήταν ένα μπλε παντεσπάνι, μετά σα να ήταν ένα μπλε τριαντάφυλλο, αυτό που ζητούσε να βρει ο φτωχός Βεδουίνος Σινμπάδ στους Αραβικούς μύθους. Το κοίταξα καλλίτερα, ήταν μούχλα. Το έφαγα επί τόπου, τι κι αν ήταν μουχλιασμένο; Νόμισα ότι είχα βρει την πηγή της νιότης, το αθάνατο νερό, το μπλε τριαντάφυλλο...»
Αλλού θα τον δούμε να παλεύει με το χτικιό της πείνας μέσα από μια χαρά γάμου, που εξελίχθηκε σε τραγωδία αλλάζοντας το σκηνικό της χαράς..., «παρατηρούσα τους πάντες, κανένας δε μου έδινε σημασία, είχα πάει τα στέφανα σ' ένα γυάλινο δίσκο, φορούσα και τα καλά μου γυρισμένα από την ανάποδη για να φαίνονται καινούργια. Οι καλεσμένοι διαλύθηκαν, τη χαρά τη διαδέχτηκε ο θρήνος, κρίμα, έφυγα, δεν πρόλαβα ούτε να φάω, πήγα σπίτι νηστικός, από τότε αποτυπώθηκαν στα παιδικά μου μάτια ο δίσκος με τα στέφανα, πιτσιλισμένος με σταγόνες αίματος κι εγώ να χάνω την ευκαιρία να φάω, να χορτάσω». (σελ. 24).
Μέσα από τα μάτια του συγγραφέα, παρελαύνουν παραστατικές, ανεπανάληπτες εικόνες ενορχηστρωμένες με όλα τα δεινά της κατοχής πλαισιωμένες και με αθώο παιδικό χιούμορ και μεταφέρονται άφτιαχτες στο σήμερα. ¨
«Η ζωή του καταγράφεται σαν μια περιπέτεια, που ξεκίνησε απ' το νησί του και συνεχίστηκε σε τόπους μακρινούς. Έζησε στη θάλασσα για 12 χρόνια ως ναυτικός, οχτώ χρόνια στην Κεντρική Αμερική, Γουατεμάλα, για να καταλήξει το 1970 στη Νέα Υόρκη, όπου ζει σήμερα με την οικογένειά του. (Από βιογραφικό του σημείωμα.)
Αυτός είναι ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης, ένας από τους μικρούς ήρωες της πέτρινης εποχής, ο θαλασσοδαρμένος απ' τα «Θαλασσινά Πεζοδρόμια» στα δώθε και στα κείθε, ο αγκυροβολημένος στη στεριά της Νέας Υόρκης, εκεί όπου τα όνειρα δεν «καταδέχονται» να έρθουν ούτε στον ύπνο μας.
Ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης, εκτός των συγγραφικών του δραστηριοτήτων, ήταν ένα από τα πρώτα ιδρυτικά μέλη της «Επιτροπής Πρωτοβουλίας» για την «Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων» (ΕΕΛΣΠΗ) και αποσπάσματα από τα έργα του περιλαμβάνονται στα τέσσερα συλλογικά βιβλία που κυκλοφόρησαν από την ΕΕΛΣΠΗ.

http://www.greekamericannewsagency.com/gana/index.php?option=com_content&task=view&id=5667&Itemid=83

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ


Άγιος Βασίλης έρχεται Γενάρης ξημερώνει !
Ο μήνας που μας έρχεταιτο χρόνο φανερώνει.
Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.
Την άδεια γυρεύουμε στο σπίτι σας να μπούμε!
Τον Άγιο με όργανακαι με φωνές να πούμε.
Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.
Εκοίταξα στον ουρανό και είδα δυο λαμπάδες !
και με το καλωσόρισμα καλές σας εορτάδες.
Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.
Και πάλι ξανακοίταξα και είδα δυο στεφάνια!
Και με το καληνύχτισμα καλά σας Θεοφάνεια.
Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα.
ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΕΣ.
ΠΑΛΙΑ ΒΛΑΧΑΤΑ.

Εορταστική προσφορά βιβλιοπωλείου Κύβος και εκδόσεων Λαγουδέρα‏

Από:
Βιβλιοπωλείο <<ΚΥΒΟΣ>>.
Αγαπητοί μας φίλοι χρόνια πολλά.
Σας στέλνουμε το τελευταίο για το 2009 mail για να σας ενημερώσουμε για μια προσφορά του βιβλιοπωλείο μας σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Λαγουδέρα.
Σας ευχόμαστε καλή χρονιά, υγεία και ευτυχία για το έτος που έρχεται.

Με εκτίμηση για το βιβλιοπωλείο Κύβος
Παναγής, Βιργινία, Γιάννης, Γιωργία

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ

«Ζούμε με το δάνειο των αρχαίων Ελλήνων»
Της Αννας Γριμανη
Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Είμαι παιδί μεταναστών, που έφυγαν από την Ελλάδα το 1957, και από τα έξι μου χρόνια μεγάλωσα ως Ελληνας της διασποράς, διατηρώντας την ελληνικότητά μου και σαν συνείδηση και σαν αίσθημα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι, όσο μακριά και αν βρίσκεται κανείς από την ελληνική ζωή και από τα ελληνικά γράμματα, κάτι μέσα του διασώζεται, ακέραια «ελληνικό»!
Στην Αμερική, σήμερα, παρατηρούμε δύο φαινόμενα: έναν φοιτητή που μπορεί να μάθει τέλεια ελληνικά αλλά, ας πούμε, είναι Κινέζος και η γνώση της γλώσσας δεν τον κάνει Ελληνα. Και έναν Ελληνα 5ης γενιάς στο Βανκούβερ, που μιλάει ελάχιστα ελληνικά, αλλά γνωρίζει την ιστορία (έστω και μεταφρασμένη), είναι ορθόδοξος και τηρεί τα έθιμα, δηλαδή αισθάνεται την ελληνικότητά του. Η γλώσσα πιστεύω ότι είναι τεχνικό εργαλείο, ενώ αυτό που θα μείνει κυρίως για τους Ελληνες της διασποράς είναι η διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας - αυτή διαμορφώνει την ελληνική συνείδηση.
Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Το μπλε ματάκι, πάντα μου θυμίζει την Ελλάδα.
Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.
Ο Ελληνας με φαντασία. Ο,τι περίφημο έκαναν οι Ελληνες, όσο μακριά και αν έφτασαν, σε όποια μεριά του κόσμου, θεωρώ ότι το κατόρθωσαν γιατί διέθεταν φαντασία.
Αυτό που με χαλάει.
Ο εγωισμός, ότι ως Ελληνες είμαστε οι καλύτεροι.
Ο Ελληνας της νέας εποχής παράγει πολιτισμό ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Με τον πολιτισμό, ο σημερινός Ελληνας, όπως κάθε άλλος άνθρωπος του πλανήτη, έχει ένα ανοιχτό ζήτημα, γιατί ο «σύγχρονος πολιτισμός» είναι το παρόν, δημιουργείται τώρα, χωρίς πραγματικά να γνωρίζουμε την οριστική μορφή που θα πάρει. Στην εποχή της τεχνολογίας και των μίντια, οι τάσεις αλλάζουν καθημερινά και ο Ελληνας δεν δημιουργεί όπως στο παρελθόν. Βέβαια, έχουμε παραδείγματα όπως ο καταπληκτικός Κώστας Γαβράς, ο οποίος ζει στη Γαλλία, είναι διεθνής σκηνοθέτης, αλλά οι ταινίες του, στο υπόβαθρό τους, πιστεύω ότι είναι ελληνικές.
Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;
Με την ελληνική. Ωστόσο, ο σύγχρονος Ελληνας είναι πιο νευρικός και περπατάει πιο γρήγορα, προβάλλει την ανησυχία του για το μέλλον και ζει στην Ελλάδα σαν σε γκέτο, θεωρώντας ότι η χώρα του αποτελεί το επίκεντρο του κόσμου. Απεναντίας, η σημερινή Ελλάδα στο εξωτερικό, εκτός από εξαιρέσεις, ταυτοποιείται με την ακριβή άμμο και τη θάλασσα. Σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Νέα Υόρκη ή στη Βοστώνη θα βρεις τα έργα των Ελλήνων κλασικών αλλά όχι των συγχρόνων, η παρουσία των οποίων δεν ξεπερνά τα σύνορα της Ευρώπης. Κι εδώ, η ελληνική Πολιτεία οφείλει να συμβάλει, στέλνοντας στην Αμερική, όχι μόνο πολιτικούς, αλλά και Ελληνες δημιουργούς.
Στην έδρα των Νεοελληνικών Σπουδών στον Καναδά, έχουμε ανά χρόνο περίπου πεντακόσιους φοιτητές και σχεδόν όλοι είναι Καναδοί, Κινέζοι, Ινδοί, Πακιστανοί.
Ο Ελληνας ποιητής μου.
Από τους κλασικούς ο Γιώργος Σεφέρης. Από τους σύγχρονους, επικοινωνώ με την ποίηση του Ντίνου Σιώτη και του Γιώργου Χουλιάρα.
Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Η αυτοεκτίμηση - ο Ελληνας ποτέ δεν τη χάνει.
Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.
Είναι λίγο χαλασμένος ο δρόμος, αλλά οι Ελληνες, συνήθως, γνωρίζουν τον τρόπο για να ξεπερνούν τα εμπόδια. Στη πραγματικότητα, η οδός των Ελλήνων -«the greek street»- είναι πνευματική και, κάποτε, παγκόσμια διακριτή. Σήμερα, οι σύγχρονες ελληνικές ιδέες βράζουν στην Ελλάδα. Ζούμε με το δάνειο των αρχαίων Ελλήνων.
* Ο Ανδρέας Γερολυμάτος είναι καθηγητής Ιστορίας και κατέχει την έδρα Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser στον Καναδά.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

O ιμπεριαλισμός της φιλανθρωπίας

Tου Τακη Καμπυλη
Tην πρώτη φορά που η Iφιγένεια έκλεισε την τηλεόραση οι γονείς της δεν έδωσαν σημασία. Aλλά η μικρή το έκανε και το ξαναέκανε πολλές φορές. Kαι μάλιστα μέσα στις γιορτές, με το δημοτικό σχολείο κλειστό και με την ανοχή των δικών της να παρακολουθήσει τα αγαπημένα της προγράμματα. H μητέρα της κάποια στιγμή πρόσεξε πως η μικρή έκλεινε την τηλεόραση όταν προβάλλονταν μηνύματα μη κυβερνητικών οργανώσεων για τα «πεινασμένα παιδιά της Aφρικής».
Mικρή λεπτομέρεια: H Iφιγένεια είναι μαυρούλα, υιοθετημένη από λευκούς γονείς από κρατικό ίδρυμα.
Tην κυνηγάει την Iφιγένεια το χρώμα της βελούδινης επιδερμίδας της. Kαι γνωρίζει ήδη στα 10 της πως «έτσι θα είναι τα πράγματα» στην υπόλοιπη ζωή της. Δεν είναι μικρό το φορτίο ούτε όμως και ασήκωτο. Aλλά η προσβολή, όπως το κατάλαβε η μητέρα της, της είναι βαριά. Tο μαύρο χρώμα ταυτίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία. Kαι μάλιστα στο όνομα της δήθεν μεγαλύτερης αρετής μιας (μονοθεϊστικής) κοινωνίας, της φιλανθρωπίας. Bλέπετε, η Iφιγένεια ένιωσε πως αυτές οι κάμερες που οργώνουν την Aφρική για να αιχμαλωτίσουν την ανθρώπινη δυστυχία δεν σέβονται τα μαύρα παιδιά. Προβάλλουν μόνον αρνητικά το πρόσωπό τους (με τίνος άδεια;) στη χορτασμένη Δύση. Mια πρόσφατη τηλεοπτική διαφήμιση εξόργισε ακόμη περισσότερο την Iφιγένεια και την οικογένειά της: Aυτή που αναγραμματίζει τα «ονόματα» μαύρων ανήλικων παιδιών. Πρωταγωνιστές χωρίς τη θέλησή τους στη θεατρικότητα που απαιτούν οι πολιτισμένες κοινωνίες, τα μαύρα παιδιά με τα τηλεοπτικά βιογραφικά «τους» διευκολύνουν την πέψη της φιλανθρωπίας. Ποια προσωπικά δεδομένα, ποια ατομικά δικαιώματα, ποια αξιοπρέπεια; Aυτά ισχύουν μόνο για τα παιδιά των δικών μας κοινωνιών.
Οσο και αν φανεί περίεργο, στις αφρικανικές κοινότητητες δεν υπήρχαν ζητιάνοι. Aλλά υπήρχαν (υπάρχουν) στις δικές μας. Aς κάνουμε λοιπόν αυτά τα παιδιά ζητιάνους της ανθρωπιστικής βοήθειας, μαζικά προϊόντα φιλανθρωπίας. Γιατί να το κρύβουμε άλλωστε; Σε κάθε ευρώ που συγκεντρώνεται, ένα σημαντικό μέρος του καταπολεμά την ανεργία στις δικές μας κοινωνίες, δίνοντας εργασία (μισθούς και προγράμματα) σε πολλούς νέους (δικούς μας) επιστήμονες.
Tι κι αν η διεθνής βοήθεια (ως φιλανθρωπία) έχει αποτύχει στην Aφρική. Tρία τρισεκατομμύρια δολλάρια μέσα σε πενήντα χρόνια, αλλά όπως τεκμηρίωσε ο Oυίλιαμ Εστερλι (καθηγητής Oικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Nέας Yόρκης) δεν κατάφεραν να εφοδιάσουν με κουνουπιέρες των τεσσάρων δολαρίων τα παιδιά της κεντρικής Aφρικής. «Tόση πολλή καλοπροαίρετη συμπόνια, γράφει, δεν έφερε αποτελέσματα για τους άπορους της Aφρικής».
Πολλοί ίσως θα θυμούνται τον ρόκερ Mπόμπ Γκέλντορφ και τη μεγάλη συναυλία του 2005. Eκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια συγκεντρώθηκαν για την Aφρική. Tην ίδια χρονιά, στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικού φόρουμ στο Nταβός, η Σάρον Στόουν συγκέντρωσε από τηλεοράσεως ένα εκατομμύριο δολάρια σε ένα λεπτό (!) για περισσότερες κουνουπιέρες στην Tανζανία. Tα φορτία λοξοδρόμη σαν στη μαύρη αγορά και το επόμενο καλοκαίρι δεν υπήρχαν στα νοσοκομεία κουνουπιέρες ούτε για δείγμα.
Οπως, άλλωστε, ουδέποτε καταλογίστηκαν ευθύνες στους υπερκυβερνητικούς αξιωματούχους των μεγάλων οργανισμών για την αποτυχία τέτοιων πολιτικών. Ισως διότι η φιλανθρωπία δεν έχει εκτός από όρια ούτε συναίσθηση ευθύνης.
H φιλανθρωπία δεν δέχεται άλλου τύπου διαμεσολάβηση πέρα από το προσωπικό «παράδειγμα». Kάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό.
Tο ομολόγησε έμμεσα και ο Mπομπ Γκέλντορφ με αφορμή, τότε, από το κύριο άρθρο των NY Times με τον τίτλο «Aπλώς κάντε κάτι». O Iρλανδός ρόκερ, ανοίγοντας τη μεγάλη συναυλία είπε: «Kάτι πρέπει να γίνει, οτιδήποτε, είτε έχει αποτέλεσμα είτε όχι». Aυτή η αφελής δήλωση δεν προβλημάτισε πολλούς.
Οπως σχολιάζει ο Εστερλι, τελικά «τα αναποτελεσματικά μεγάλα σχέδια φιλανθρωπίας ανακουφίζουν τους πλούσιους από την ανάγκη να βοηθήσουν τους φτωχούς».
Tο διείδε έγκαιρα ένας μεγάλος παραμυθάς (και δημοσιογράφος) ο αιρετικός Mαρκ Tουαίν, που ήδη το 1901 σατίριζε την τότε προσπάθεια «εκπολιτισμού» των φτωχών Aφρικανών: «Oι ευλογίες του Πολιτισμού (...) δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερες στο ημίφως (...) Nόμος και Tάξη... Eλευθερία... Aξιόπιστες συναλλαγές (...) Eίναι καλό; Kύριέ μου είναι τέλειο. Θα φέρει στο μαντρί κάθε ηλίθιο που παραμένει στο σκοτάδι σε όλο τον Kόσμο».
Ενας νεαρός Aιθίοπας μετανάστης, ο Dinaw Mengestu έφθασε το 1980 στις HΠA. Eίκοσι χρόνια μετά, έγραψε ένα υπέροχο μυθιστόρημα. Ισως (και) επειδή ένιωσε την ανάγκη να διασώσει τις μνήμες του από τις εικόνες της δυτικής φιλανθρωπίας.
Tον μορφωμένο πατέρα του που είχε διαβάσει όλους τους κλασικούς, τον φιλόμουσο θείο του και τις ζεστές οικογενειακές στιγμές μιας αφρικανικής κοινότητας. Kαι αν κανείς αναζητήσει αιτίες πώς χάθηκαν αυτές δεν έχει παρά να περπατήσει στον κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας της Nαμίμπια που φέρει το όνομα «Oδός Xάινριχ Γκέρινγκ». Ηταν ο πατέρας του συνοδοιπόρου του Xίλτερ, μέγας σφαγέας των Xερέρο της νοτιοδυτικής Aφρικής.
O Mengestu κάπου στις σελίδες του μυθιστορήματός του γράφει για τα παιδιά και τους μεγάλους: «Οταν κερδίζεις την εμπιστοσύνη και την αγάπη ενός παιδιού, νιώθεις ότι είσαι πολύ καλύτερος άνθρωπος απ’ όσο νόμιζες».
Αραγε, αυτή η αγάπη μπορεί να κερδηθεί μέσω υιοθεσίας εξ αποστάσεως (sic) ή μέσω τηλεόρασης και αποκλειστικά μέσω χρημάτων; H Iφιγένεια δεν το πιστεύει...
Από την <<ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ>>.

Αχ Ελλάδα sagapo

Ο Ρ. Μπιαζόν γράφει τις αναμνήσεις του από τη χώρα μας, όπου βρέθηκε ως διοικητής μιας ιταλικής μεραρχίας στη διάρκεια της Κατοχής
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ
Μοιάζει γελοίο, είναι όμως εξόχως ποιητικό να ονομάζεται ένα ολόκληρο σώμα στρατού «Σ' αγαπώ» ή μάλλον «sagapo», όπως πρόφεραν αυτές τις δυο λέξεις οι ιταλοί φαντάροι, στη διάρκεια της Κατοχής.
Ήταν η μεραρχία που στάθμευε στη νότια Ελλάδα και στα νησιά και ήταν ο τρόπος που είχαν τα μέλη της για να κάνουν το «άνοιγμά» τους στις Ελληνίδες· αρκετές από τις οποίες, όπως αποδεικνύεται από τους γάμους που έγιναν αργότερα, μόνο αδιάφορες δεν ήταν απέναντί τους. Αλλωστε οι Ιταλοί δεν ήταν σαν τους Γερμανούς.
Τα παραπάνω έρχεται να θυμίσει ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, το «Στρατιά ''σ' αγαπώ''» του Ρέντζο Μπιαζόν (μετάφραση Παναγιώτη Τσιαμούρα, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»). Βιβλίο σπαρακτικό, δεν περιέχει άλλο από τα βιώματα του συγγραφέα του στη διάρκεια της Κατοχής, όπως τα φίλτραρε μέσα από τη λογοτεχνία, αν και υπήρξε ζωγράφος και μάλιστα από τους σημαντικούς της εκείθεν της Αδριατικής χώρας.
Με τσικουδιά και γκράπα
Έχοντας σταθμεύσει κατά κύριο λόγο στην Κρήτη, ως διοικητής διαφορετικών μονάδων, και στη συνέχεια έχοντας περιπλανηθεί στη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Αυστρία, τη Γερμανία και εν τέλει την Ολλανδία και την Πολωνία, ο Μπιαζόν έγραψε ένα βιβλίο για τον πόνο και τον έρωτα.
Κι αν ο έρωτας ούτως ή άλλως περιέχει πόνο, ο ίδιος ο πόνος για τον στρατιώτη μπορεί να προκληθεί από τις ψείρες, την αρρώστια, τη μοναξιά, το τραύμα από μια σφαίρα, τον φόβο του θανάτου, τον ίδιο τον θάνατο. Κι έτσι το μόνο αντίδοτο σ' αυτόν, ώστε να νιώσει ζωντανός, είναι ο έρωτας. Είτε επί πληρωμή, είτε όχι.
Στην Αθήνα πιο εύκολα, στην Κρήτη με δυσκολία, αλλά φρόντιζε η διοίκηση ώστε να διακινούνται πόρνες. Ή φρόντιζε η πείνα του πληθυσμού να υποτάσσονται μερικές γυναίκες, που είδαν τα κεφάλια τους γουλί μετά την απελευθέρωση. Ήταν κι αυτή μια τιμωρία.
Πώς ζούσαν οι ιταλοί στρατιώτες στο νησί; Κάνοντας κοπιώδεις πορείες, σταθμεύοντας σε ανεμοδαρμένες ακτές, όπου για να μην παίρνει ο άνεμος τις σκηνές έχτιζαν ξερολιθιές, υποφέροντας από τον ήλιο και τις μύγες, κυνηγώντας με μανία λαγούς και πέρδικες που αφθονούσαν, για να καλύπτουν τις ελλείψεις του συσσιτίου, πίνοντας τσικουδιά, παίζοντας σπάνια σαν τα παιδιά στη θάλασσα, πεθαίνοντας εν τέλει.
Η τσικουδιά, η ντόπια γκράπα, ήταν το φάρμακο με το οποίο ξεγελούσαν την απώλεια, τη νοσταλγία, σκότωναν ή και έτρεφαν τον πόθο για τα γυναικεία σώματα. Οι αξιωματικοί τους δεν ήσαν πάντα σε καλύτερη μοίρα από αυτούς. Μπορεί ή ζωή τους να ήταν πιο εύκολη λόγω βαθμού, αλλά η αρρώστια της ψυχής ήταν κοινή για όλους. Σ' έναν πόλεμο που πολλοί ανάμεσά τους θεωρούσαν άδικο, έπρεπε να υπερασπίσουν τον εαυτό τους και μια σημαία απέναντι στις αντάρτικες ομάδες αλλά και τους συμμάχους των οποίων τα πολεμικά μπορούσαν να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή και να βομβαρδίσουν τις πρόχειρα οχυρωμένες θέσεις.
Η αξία στο βιβλίο του Μπιαζόν βρίσκεται στο ότι δεν αναφέρεται σε γενικότητες αλλά κάθε του ιστορία πιάνει μια περίπτωση, έναν άνθρωπο. Μπορεί να είναι τρυφερή ή αστεία, αλλά το φινάλε της είναι σχεδόν πάντα τραγικό. Όπως του φαντάρου που στην πατρίδα ήταν ταβερνιάρης και στην Κρήτη δεν μπορεί πια να χορτάσει την πείνα του, μέχρι που ανακαλύπτει τις προμήθειες που είχαν αφήσει οι Αυστραλοί στους αντάρτες. Τρώει και πίνει επί μέρες μέχρι που αποκαλύπτεται, τον βάζουν σ' ένα βαρέλι και τον στέλνουν να συναντήσει τον πλάστη του στον γκρεμό. Ή του άλλου που πέφτει στον έρωτα μιας νεαρής πόρνης, που με τη σειρά της τον ερωτεύεται κι αυτή. Οταν τον μεταθέτουν, μαθαίνει πως, αφού τη χρησιμοποίησαν, οι Γερμανοί την εκτέλεσαν, κι έτσι αυτοκτονεί.
Μόνο που, στην πραγματικότητα, εκείνη ζει ακόμα. Και αφού επισκέπτεται τον τάφο του, δίνει επίσης τέλος στη ζωή της, σαν μια Ιουλιέτα από την Κρήτη. Τελειώνοντας το βιβλίο, έχεις την αίσθηση ότι έχεις διαβάσει μια απάντηση στο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι». Γιατί, εδώ, οι ιστορίες έχουν αντίστοιχους πρωταγωνιστές, όμως δεν είναι ωραιοποιημένες. *

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ.

Μια σύντομη απάντηση, στις... πατριωτικές φωνές της μπλογκόσφαιρας, που αντιδρούν στην παροχή ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών και στην παροχή ψήφου (στις δημοτικές εκλογές), σε αυτούς που τηρούν τις προυποθέσεις.
Αν σήμερα στην Θράκη αλωνίζουν διάφοροι και σπεκουλάρουν για τα… δικαιώματα της μειονότητας, αυτό ωφείλεται στην πολιτική γκετοποίησης που για πολλά χρόνια εφάρμοζε το Ελληνικό Κράτος, σε βάρος των Μουσουλμάνων της περιοχής! Αυτή η πολιτική οδήγησε να... βαπτιστούν οι Πομάκοι της Θράκης, Τούρκοι!!! Όπου οι μειονότητες αντιμετωπίζονταν σαν παρίες και πολίτες β΄κατηγορίας, τότε είχαμε φαινόμενα περιθωριοποίησης (εγκληματικότητα, παραεργασία, αύξηση του αναλφαβητισμού, ακόμα και πρακτικές... κοινωνικού αυτοματισμού!!! ( Για να θυμηθούμε και τον κ. Ρέππα, κυβερνητικό εκπρόσωπο, της κυβέρνησης Σημίτη). Η πολιτική της αφομοίωσης λοιπόν, είναι προς την σωστή κατεύθυνση! Εξ’ άλλου την Ελλάδα δεν την ξέσκισαν και την χρεωκόπησαν οι μετανάστες!!! Ας ψάξουμε αλλού για επαναστατική και ανέξοδη γυμναστική!!! Και όχι σ' αυτούς που εξαναγκάζονται στην μετανάστευση, είτε γιατί τον πλούτο της χώρας τους τον εκμεταλέυονται τα λαμόγια των ανεπτυγμένων χωρών (βλέπε Νηγηρία και γενικότερα Αφρική),είτε γιατί κάποιοι άλλοι… φωτισμένοι ηγέτες της Δύσης, ξεφορτώνουν το οπλοστάσιό τους στα σπίτια τους και στις οικογένειές τους!!! ( Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Ιράκ κλπ). Η Ελλάδα λοιπόν κινδυνεύει από τις πολιτικές των συμμάχων της, που δημιουργούν το πρόβλημα και όχι από τους ρακένδυτους της νέας τάξης πραγμάτων!!!
Τάσος Καβαλλιεράτος.
Μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΣΥΝ, Κεφαλονιάς και Ιθάκης.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ.

Χειμερινό Ηλιοστάσιο, περίοδος που η διαφορά μεταξύ της διάρκειας της ημέρας και της διάρκειας της νύχτας είναι η μεγίστη. Έτσι έχουμε την μεγαλύτερη νύχτα και αστρονομικά σηματοδοτεί την έναρξη του χειμώνα για το βόρειο ημισφαίριο, Το χειμερινό ηλιοστάσιο ανάμεσα στ΄άλλα συμβολίζει την ανοδική και αναπτυσόμενη δύναμη του ήλιου, την προσδοκία της επικράτησης των δυνάμεων του φωτός. Είναι η περίοδος που η ανάσσα των ουρανών θα γενήσσει το Θείο Βρέφος.
Κείμενο :Τάκης Τόκκας.
Φωτογραφία: www.astronomia.gr