Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Άννα Συνοδινού- «Αυτή είναι η ζωή μου»

http://panosgi.gr/




 
«Η ΖΩΗ ΜΟΥ»
«Δεν μπορώ τις αναμνήσεις.. Από αυτές έχω τώρα διαβήτη 300-400. Και ο Καρκίνος που αντιμετώπισα κάποτε μου άφησε διαβήτη αλλά πηγαίνω καλά..»
Η Άννα Συνοδινού, τελευταία «Μεγάλη» της Αρχαίας Τραγωδίας σε ένα συναρπαστικό μονόλογο..
«Οκτώ  παιδιά έκαναν οι γονείς μου, ο Ιωάννης και η Ιωάννα Συνοδινού. Ο μπαμπάς μου ήταν Αμοργιανός. Η μητέρα μου ήταν ιταλικής καταγωγής, από το Πιεμόντε, μία πόλη στα βόρεια της χώρας, είχε έρθει εδώ με κάτι διωγμούς μαζί με όλη την οικογένειά της. Αμέσως εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία διότι εργάζονταν εκεί. Στη Μεγάλη Βρετανία ο μπαμπάς μου γνώρισε τη μαμά μου ανάμεσα σε άλλους εργάτες που εργάζονταν σε εταιρίες παρασκευής εδεσμάτων. Οι γονείς μου μαγείρευαν και τα τρία πρώτα παιδιά, όλα γεννημένα αρχάς του 1900, τους βοηθούσαν να συγυρίζουν τα δωμάτια.
Κάποια στιγμή, αποφάσισαν από κοινού να χτίσουν στην οδό Αγχεσμού –γνωστή ως οδός Βουκουρεστίου σήμερα– ένα σπίτι. Θυμάμαι πόσο πολύ ντρεπόμασταν να πούμε την οδό στη δασκάλα.
«Βρε μαμά τι θα πούμε αν μας ρωτήσουν πού μένουμε; Αγχεσμού; Θα γελάει όλη η τάξη με την οδό μας!».
Σύντομα,  η μεγάλη επιδημία του Δάγγειου πυρετού που θέριζε την Ελλάδα, θέρισε και το σπίτι μας. Τα δύο πρώτα παιδιά των γονιών μου, τα αδέρφια μας, χάθηκαν γρήγορα. Τότε  από οκτώ, μείναμε έξι: η Ευδοκία πρώτη και στη συνέχεια ο Μιχαήλ, ο Δημοσθένης, η Λουίζα , εγώ και ο Νίκος.
Όταν οι γονείς μου έφυγαν πια από τη Μεγάλη Βρετανία, ο πατέρας μου προσλήφθηκε μάγειρας και η μαμά μου καμαριέρα σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο του Λουτρακίου, το οποίο μας πρόσφερε παράλληλα φαγητό και στέγη. Ένα ημιυπόγειο σπίτι μεν, αλλά άνετο και με λίγη θέα στη θάλασσα.
Εγώ γεννήθηκα το 1927, στο Λουτράκι, μέσα στο ξενοδοχείο. Μάλιστα,  βαπτίστηκα Άννα από τη λουτρακιώτικη Αγία Άννα. Τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις, όμως, τις κρύβει το σπίτι της οδού Αθανασίας 15, στο Παγκράτι.
Ως παιδί δεν είχα ιδιαιτερότητες. Μεγάλωσα φυσιολογικά, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου. Μόνο η ροπή  μου προς την ορχηστική μουσική με έκανε να ξεχωρίζω από το σύνολο. Ήμουν, ίσως, ο πιο ευγνώμων ακροατής με αυτούς τους  ήχους. Όλες οι σκέψεις μου ήταν στραμμένες στη προσευχή, στη μουσική, στη κοινωνία και ασφαλώς στον  προορισμό μας μέσα σε αυτή τη κοινωνία. Ευτυχώς, είχα και εγώ δυνατότητες όπως τα αδέρφια μου. Θυμάμαι πόσο πολύ αγαπούσα τη ποίηση. Τους μάζευα όλους και τους έκανα επιδείξεις και απαγγελίες σε ένα οικόπεδο που βρίσκονταν μπροστά από το σπίτι μας και ήταν η δεδομένη ευτυχία μας. Το είχαμε καθαρίζει κιόλας από τα σκουπίδια και συχνά πυκνά παρακολουθούσαμε από τη ταράτσα του σπιτιού μας ποιος από τη γειτονιά το λερώνει και του βάζαμε τις φωνές. Θυμάμαι πως μάζευα τα τενεκεδάκια, τα λυγισμένα πιρούνια, τα χαλασμένα καπέλα και ό,τι άλλο μου χρησίμευε για να κάνω πιο πλούσιο το σπίτι της κούκλας μας. Όταν οι γονείς μου με ρωτούσαν τι κάνω, τους έλεγα με καμάρι: «Κάνω τον κόσμο μου πιο όμορφο».
Δε φοβήθηκα τίποτα μικρή, ούτε το θάνατο ούτε τον Πόλεμο. Είχα μέσα μου το ελληνικό στοιχείο, το ανυπότακτο. Δεν δεχόμουν υποχωρήσεις, ούτε απαισιοδοξία. Είναι στην ιδιοσυγκρασία του λαού μας. Πάρτε παράδειγμα τα παραμύθια μας, τις Αντιγόνες, το καβγά του Ετεοκλή με τον Πολυνίκη, τον Κρέοντα. Υπήρχε μια κοπέλα, πες την Αθηνά, πες την όπως θες, που πίστεψε και εξάπλωσε αυτό το πράγμα. Εμείς βγάλαμε πρώτοι και καλύτεροι τους ποιητές, εμείς υμνήσαμε τη Τέχνη. Όλοι ήθελαν να μας φάνε και πάντα μας κυνηγούσαν. Ξέρεις κάποιον Έλληνα που ήθελε να κυνηγήσει; Κανείς. Είμαστε φιλήσυχοι και πολιτισμένοι…
Ο Πόλεμος βρήκε τα αγόρια στο μέτωπο. Ο Μιχαήλ καταπιάστηκε με τα μηχανήματα, ο Δημοσθένης  εξαιτίας του Πολυτεχνείου έγινε αξιωματικός και ο Νίκος ήταν στις υπηρεσίες της ψυχαγωγίας, των Νοσοκομείων , στα σχολεία και την Εκκλησία.
Μεγάλωσα με ασφάλεια όπως και όλα τα υπόλοιπα αδέρφια μου. Μεγαλώσαμε όλοι μαθαίνοντας κάποιο επάγγελμα. Ο Μιχαήλ ήταν σπουδαίος μηχανικός και γρήγορα εργάστηκε στα τυπογραφεία. Τον προσέλαβε η Αραβαντινού, η ιδιοκτήτρια της Βραδινής  και του Ελληνικού Έθνους. Ούτε η Καθημερινή δεν υπήρχε τότε. Δούλευε σκληρά και καθημερινά από τις εννιά το βράδυ έως τις πέντε το πρωί. Τα δύσκολα ωράριά του ήταν εκείνα που μας οδήγησαν να πιάσουμε εκείνο το σπίτι. Το διάλεξαν οι γονείς μου, επειδή περνούσε το τραμ ώστε να μη δυσκολεύεται στη μεταφορά.
Ο Δημοσθένης είχε τεράστια ευκολία στο σκίτσο και σε κάθε είδους σχέδιο. Οι δάσκαλοί του τον έβαλαν στη σχολή του Πολυτεχνείου. Ήταν τόσο καλός τόσο με τις μπογιές όσο και με κάθε είδους ντεκορασιόν, ώστε του ανέθεσαν να δουλέψει στο συνεργείο που ανέλαβε μεγάλα ιστορικά κτίρια: την Ακαδημία των Αθηνών, τους εσωτερικούς χώρους του Πολυτεχνείου και το Πανεπιστήμιο.
Ο Νίκος είχε εξαιρετική επίδοση στη μουσική και υπέροχη φωνή τενόρου. Όταν ο Δημοσθένης, ως μεγάλος αδερφός, είδε το ταλέντο του τον πήγε στο Εθνικό Ωδείο. Έγινε άριστος σπουδαστής στα θεωρητικά και ένας επαγγελματίας τραγουδιστής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε όπερες και οπερέτες. Μερικά χρόνια αργότερα, έγινε μαέστρος. Το τότε Υπουργείο Πολιτισμού του κάλυψε τα έξοδα για πεντάμηνες σπουδές στη Ιταλία, στο τμήμα «Οργάνωση Εορτών», τα λεγόμενα Φεστιβάλ. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, ήταν ο πρώτος και ο μόνος που θα μπορούσε να  οργανώσει το Ελληνικό Φεστιβάλ μαζί με τον Γιαννόπουλο, τον οποίο έφεραν άρον – άρον από την Αμερική.
Οι αδερφές μου έγιναν μοδίστρες. Δούλευαν στο σπίτι. Τα πρωινά η κάμαρά τους γίνονταν δοκιμαστήριο και η τραπεζαρία χώρος για να ράβουν.
Η οικογένεια μας τα είχε όλα: Μουσική, ένδυση, τυπογραφείο, ζωγραφική και θέατρο. Το σπουδαιότερο, όμως, για όλους εμάς,  όσα χρόνια και να πέρασαν και ανεξάρτητα με αυτά που καταπιαστήκαμε, ήταν ένα: Το εστιατόριο της Πανεπιστημιακής Λέσχης. Ο μπαμπάς μου έπαιζε στα δάχτυλα τις νοστιμιές που ευχαριστούσαν τους νέους και ειδικά εκείνους οι οποίοι έρχονταν από την επαρχία. Το ταλέντο του το ανακάλυψαν γρήγορα οι Πρυτάνεις και του ανέθεσαν τη διεύθυνση της φοιτητικής Λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους 15. Στη ταράτσα ήταν ο χώρος πρωινού και στο πρώτο υπόγειο ο χώρος φαγητού. Εκατόν πενήντα νοματαίοι χώραγαν, σφιχτά – σφιχτά διακόσιοι. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση της ξακουστής σούπας του με κόκκαλα και μανέστρα, παρόλο που ήμουν αρκετά μικρή –θαρρώ πως ήμουν  έντεκα ή δώδεκα χρόνων. Το περιβάλλον γνώριμο καθώς είχαμε προσλάβει μισοσυγγενείς και μισοσυνεργάτες από το Λουτράκι να δουλεύουν μαζί μας. Όλα τα αδέρφια μου θέλαμε να μαγειρεύουμε εκεί αλλά εγώ ψωφούσα.  Από μικρό κορίτσι, όταν ακόμα πήγαινα σχολείο, μέχρι την εποχή που πέρασα στη Δραματική, γύρω στα δεκαεπτά μου, πήγαινα και βοηθούσα αμέσως μετά το τέλος των μαθημάτων.
Δεν πεινάσαμε στη ζωή μας. Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι δε ξοδέψαμε την οικογένεια να ταΐζει έξι παιδιά, όλα πρώτο μπόι. Δε στερήθηκα  ούτε τη ζωή αλλά ούτε και την ασφάλεια. Έζησα μέσα στην κίνηση και στο γέλιο…
Όλες οι μέρες μας κυλούσαν όμορφα. Η ποικιλία των δραστηριοτήτων της καθημερινότητας μας έκανε ευτυχισμένους. Ήμασταν από μόνοι μας μία ωραία παρέα. Ο Νίκος, ο μικρός μου αδερφός είχε ακορντεόν και ένα πιανάκι. Αυτός έπαιζε και όλοι οι υπόλοιποι μαζευόμασταν γύρω του και τραγουδούσαμε. Το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό και ο πατέρας μου πάντα πρόθυμός για γλυκιές αλχημείες, με μια αδυναμία στα αφράτα κέικ. Αυτό έφτιαχνε στη Τζίνα Μπαχάουερ και τους υπόλοιπος ανθρώπους της μουσικής και του θεάτρου, οι οποίοι μας επισκέπτονταν τακτικά. Ήταν μία ωραία ζωή, αλλά όχι ζωή εντυπώσεων…
Το θέατρο ήρθε στη ζωή μου ξαφνικά. Όταν με ρωτούσαν τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω απαντούσα «μοδίστρα». Μέσα από τα αδέρφια μου και κυρίως μέσω του Νίκου αγάπησα την Τέχνη. Μία μέρα, με σταμάτησε στην οδό Αθανασίας ο Αντώνης ο Φωκάς και μου είπε χαρακτηριστικά: «Εσείς, δεσποινίς, εάν φορέσετε μία χλαμύδα θα ερχόσασταν στον χορό του Εθνικού;». Έτρεξα και το είπα στον αδερφό μου το Νίκο. Αμέσως μου είπε: «Ξέρω ότι έχεις μελωδική φωνή, κορμοστασιά και μελωδικότητα. Θα σε ενδιέφερε;». Ντρεπόμουν. Δεν ήξερα εάν θα μπορούσα να μιλήσω επάνω στη σκηνή. Όταν του το ανέφερα, ενθουσιάστηκε και έτρεξε αμέσως, αφού πήρε την έγκριση του μπαμπά μου, να με γράψει στο Εθνικό Θέατρο. Όταν βρέθηκα στην ακρόαση, είπα ένα απόσπασμα της Αντιγόνης: «Η φρόνηση είναι της ευδαιμονίας το πρώτο. Τα μεγάλα τους τα πάθη με μεγάλα τα πληρώνουν οι άνθρωποι για να βάλουν στα γεράματά τους γνώση». Οι καθηγητές ενθουσιάστηκαν ρωτώντας με μόνο γιατί επέλεξα να πω το συγκεκριμένο κομμάτι. Ο Σοφοκλής ήταν μέγιστη προσωπικότητα. Άλλο πράγμα από τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Ο Σοφοκλής ήταν ξεχωριστός. Τον λάτρευα από μικρή. Η αγαπημένη μου φράση από το έργο του είναι αυτή της Αντιγόνης: «Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν», δηλαδή «δεν γεννήθηκα για μισώ, αλλά για να αγαπώ». Είναι σπουδαία. Ακριβώς το ίδιο είπε και ο Χριστός. «Αγαπάτε αλλήλους» δεν είπε;
Την εισαγωγή μου στο Εθνικό Θέατρο τη θεωρώ τη σπουδαιότερη στιγμή της καριέρας μου. Η πρώτη μου δουλειά ήρθε παράλληλα με τη σχολή του Εθνικού, με τη Μαρίκα Κοτοπούλη η οποία ήταν η αδυναμία του μπαμπά μου. Η Μαρίκα ήταν στο διοικητικό συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου και είχε δει όλα τα παιδιά της Δραματικής. Με διάλεξε, λέγοντας στο Ροντήρη πόσο πολύ με ήθελε στο θίασό της. Προφασίστηκε, μάλιστα, το γεγονός ότι από τη μία δεν ανέβαζε τόσο βαριά έργα όπως το Εθνικό και από την άλλη δεν μου άξιζε το παιδικό θέατρο.
Όταν πήγα στο θέατρο, έτρεμα. Πήγαινε τέσσερις η ώρα μέχρι να κοιμηθώ από την τρομάρα μου πώς θα τα πω. Ευτυχώς, μετά με πήραν στη δραματική σχολή. Χρωστάω πάρα πολλά στον Θάνο Κωτσόπουλο και στο Μήτσο Λυγίζο, οι οποίοι μου έμαθαν ορθοφωνία. Εάν δε ξέρεις πώς να χρησιμοποιείς την αναπνοή σου δε μπορείς να γίνεις ηθοποιός.
Όταν μπήκα για πρώτη φορά στο χορό, έπρεπε να είμαι στο φουαγιέ του Εθνικού Θεάτρου από τις εννιά παρά είκοσι το πρωί, καθημερινά εκτός Κυριακής. Ο Ροντίρης έσωσε τη γενιά τη δική μου με αυτά τα δύο χρόνια θητείας στο χορό, με το τρίπτυχο του βηματισμού, της άρθρωσης και της κίνησης. Μετά το Εθνικό, πήγαινα στη Δραματική Σχολή. Κάποια στιγμή, είδα ότι δε μπορώ να τα κάνω όλα μαζί. Έτσι, πήγαινα στο χορό του αρχαίου δράματος μέρα παρά μέρα. Με έβαλαν, μάλιστα, κορυφαία του χορού. Όχι για να μιλάω, αλλά για να περπατάω.
Στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου, που είχε ιδρυθεί τότε,  γύρω στο ’55, είχε κάνει το θίασο ο συγχωρεμένος ο Χατζίσκος και με είχε πάρει να κάνω την Αντιγόνη. Μετά από αυτό, με άρπαξαν στο Εθνικό και μετά στο Κοτοπούλη. Δε συνάντησα κλίκες, ούτε αθέμιτο ανταγωνισμό. Ο τρόπος που με πρόσεξαν ήταν εντιμότατος από όλες τις πλευρές. Υπήρχε φοβερή ατμόσφαιρα, παρόλο που είχαμε άσχημες μέρες. Ήταν η εποχή που είχαν φύγει μόλις οι Γερμανοί και έψαχναν άτομα να ενισχύσουν τη κλασική θεατρική παραγωγή. Ήξεραν καλά ότι μπορούσα να γίνω κλασική και με έκαναν.
Αργότερα, έκανα θίασο δικό μου. Μεγάλο σφάλμα. Δεν ήταν θίασος επίδειξης ταλέντου και προσέλευσης θαυμαστών. Στη αρχή, είχα το Λυκαβηττό για ένα χρόνο. Ήταν το πιο δύσκολο παρτέρι για θιάσους και με αρκετά προβληματική ακουστική. Μετά απαγόρευσαν ιδιωτικούς θιάσους και μας τον πήραν.
Τη κωμωδία δε τη σνόμπαρα ποτέ. Έχω παίξει και «Λυσιστράτη» και «Εκκλησιάζουσες» και τα πάντα.  Την κωμωδία, όμως, μπορούν να την κάνουν πολλοί, η τραγωδία όμως είναι το πιο δύσκολο. Μπορούν και κάνουν τραγωδία μόνο οι εκλεκτοί.
Το ότι έκανα την καριέρα που επιθυμούσα δεν το αποδίδω στην τύχη, αλλά στη βιωτή. Η βιωτή ελέγχεται από την ώρα που υπάρχει μέχρι την ώρα που εκλείπει. Οι επιλογές μου ήταν άκρως ελεγμένες. Κανένας ανθρώπος, ο οποίος έχει δημόσιες ευθύνες –είτε ως ηθοποιός, είτε ως πολιτικός– δεν πρέπει να κάνει το γούστο του αλλά το καθήκον του. Το γούστο παρέλκει. Από την στιγμή που έκανα αυτό που ήθελα, είχα δικαίωμα και στις υποχρεώσεις.
Χρήματα δεν έχω βγάλει ποτέ στη ζωή μου. Τουαλέτες δεν είχα ποτέ. Άλλωστε, κανένας  αυθεντικός άνθρωπος του θεάτρου δεν είναι του λούσου. Το σπίτι που μένω, ο σύζυγός μου, ο Γιώργος Μαρινάκης, το είχε αγοράσει όταν πούλησε κάτι καπνά που άρεσαν πολύ στους Ρώσους. Απένταρη ζούσα πάντα και με πάρα πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις. Οι γονείς μου δεν είχαν ούτε σύνταξη ούτε τίποτα. Βοηθούσα όσο μπορούσα.
Οι ερωτικές σχέσεις, τουλάχιστον οι δικιές μου άργησαν πάρα πολύ να έρθουν.
Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να βιάζονται οι σημερινοί νέοι. Δεν μπορεί ένα παιδί να χαρεί τη ζωή του πρώτα; Η τηλεόραση τα καταστρέφει όλα. Όσο ήμουν στη πολιτική δραστηριότητα, έλεγα σε όλους τους γονείς να αποφεύγουν να βάζουν τηλεοράσεις στα δωμάτια των παιδιών.
Όταν έμαθαν οι γονείς μου ότι ερωτεύτηκα, με έβαλαν να παντρευτώ. Με τον άντρα μου γνωρίστηκα στη Θεσσαλονίκη γύρω στο ’52. Έλειπε η γυναίκα του στο Παρίσι. Ήταν παντρεμένος με την πιο πλούσια Αρμένισσα και είχαν μαζί ένα κοριτσάκι. Αλλά, δεν είχε σχέσεις με τη γυναίκα του. Από πριν με γνωρίσει, εκείνη είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι. Παίζαμε με το θίασο και ερχόταν κάθε μέρα να με δει. Καθόταν πρώτη σειρά, θυμάμαι, πότε μόνος του, πότε με την κόρη του, η οποία είναι φίλη μου ακόμα. Τον ερωτεύτηκα με τη πρώτη ματιά. Ήταν αθληταράς. Τριπλουνίστας, ο καλύτερος απ’ όλους. Κάποια στιγμή, βγήκαμε με το θίασο να φάμε και ήρθε και ο Γιώργος μαζί μας. Η Μαρίκα αντέδρασε, λέγοντας στον Χέλμη χαρακτηριστικά: «Aυτός ο αρκουδόμαγκας να μη ξαναέρθει εδώ και ξανακάτσει δίπλα στο κορίτσι μας». Αντέδρασε γιατί έμαθε ήταν παντρεμένος. Η οικογένειά μου αντέδρασε επίσης. Ιδιαίτερα ο αδερφός μου, ο Νίκος. Δε θέλανε να είμαι πρόξενος μιας δυστυχίας. Στην ουσιαστική πλευρά του θέματος, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Ο έρωτας ήταν έρωτας και μάλιστα πάρα πολύ μεγάλος και δεν ήταν δυνατόν να στραβώσει. Παντρευτήκαμε γρήγορα και πιάσαμε σπίτι στην ακριβώς απέναντι πολυκατοικία από εκείνη των γονιών μου, στο αριθμό 16 της οδού Αθανασίας. Ζήσαμε μαγικά για πενηνταπέντε χρόνια. Απεβίωσε από καρκίνο πέρσι…
Η Επίδαυρος δε μου λείπει. Τη χόρτασα στη ζωή μου. Για να πάει κάποιος στην Επίδαυρο πρέπει να έχει τις δυνάμεις που είχα τότε. Δεν ξέρω πια εάν μπορώ να ανταποκριθώ σε μία δίωρη, πόσο μάλλον εβδομαδιαία παράσταση. Η Επίδαυρος έχει γίνει πια οικόπεδο προς ενοικίαση σε ξένες παραγωγές. Πρέπει να υπάρχει από την ηγεσία της προστασίας και της ανάπτυξης του ελληνικού πολιτισμού η πρόθεση και το πρόγραμμα να λειτουργήσει μόνο για ελληνικούς θιάσους. Θα πάω και θα τους τα πω. Δυστυχώς δεν έχουν κάνει δραματικές σχολές σκηνοθετών αρχαίου δράματος και δεν την έχουν κάνει τόσα χρόνια. Δεν επιτρέπεται αυτό στην Ελλάδα που γέννησε το θέατρο!
Πολλοί με θεωρούν κλειστό άνθρωπο. Δεν είμαι. Έχω πάρα πολλούς φίλους. Μπορώ να μιλάω με κάθε άνθρωπο, γιατί ξέρω ότι όλοι κάτι έχουν να μου πουν. Δεν έχω διαφωνήσει ποτέ με κανέναν, παρά μόνο με τους χυδαίους. Έκανα παρέα με όλους τους μεγάλους ανθρώπους της εποχής, όσους ήταν στο Εθνικό Θέατρο αλλά και στου Μυράτ. Δεν είχαμε, βέβαια, χρόνο για παρέες. Μόνο για πρόβες και παράσταση. Μόνο αν μας έπαιρνε η Κοτοπούλη ή ο Βολανάκης να φάμε. Λατρεμένοι συνεργάτες…
Δεν είμαι άνθρωπος των αναμνήσεων. Έχω πολύ άσχημες αναμνήσεις, γιατί έχασα και τους 16 αγαπημένους μου ανθρώπους. Δε μπορώ να σταθώ στις αναμνήσεις. Από αυτές τις αναμνήσεις έχω τώρα διαβήτη 300-400 και κάνω ινσουλίνες. Ο καρκίνος  στο έντερο που αντιμετώπισα  κάποτε,  μου άφησε διαβήτη, αλλά πηγαίνω καλά. Με είχε αναλάβει ένας ξακουστός εντερολόγος, καρκινολόγος από την Αμερική.  Μετά από το θάνατο του Γιώργο του άντρα μου, από καρκίνο πάλι, δεν αντέχω και πολύ τη συγκίνηση»…
Η κυρία Άννα Συνοδινού ξαπλώνει στον καναπέ κι η αγέρωχη φιγούρα της βυθίζεται σε ένα κουβερτάκι καρώ. Μου ζητάει να μείνω, δεν θέλει να φύγω, αλλά δεν θέλει να πει κι άλλα…
«Τσάι σου πρόσφερα;», λέει…
Life&Style  Μαρτίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: