«Στην εποχή της ισότητας, οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο εξαιτίας της ομοιότητάς τους· όμως, η ίδια αυτή ομοιότητα, τους δίνει μια εμπιστοσύνη σχεδόν απεριόριστη στην κρίση του κοινού γιατί δεν τους φαίνεται πιθανό, μια που έχουν όλοι παρόμοια φώτα, η αλήθεια να μη βρίσκεται στην πλευρά της πλειοψηφίας».
Tocqueville
Γράφει ο Ερανιστής
Μερικές χιλιάδες αναγνώσεις των κειμένων για την ψυχολογία της μάζας είναι
νομίζουμε σοβαρός λόγος ώστε να συνεχίσουμε και σήμερα. Ο Λε Μπον, στο
τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του Η ψυχολογία των μαζών, αφού χωρίζει τις
μάζες σε διάφορες κατηγορίες, αναφέρεται χωριστά στις εκλογικές μάζες. Ο
Γάλλος γράφει βεβαίως εκατόν τόσα χρόνια πριν, και ξέρουμε ότι
αναφέρεται σε κατά βάση αναλφάβητους ανθρώπους. Το
εκλογικό δικαίωμα εξάλλου ασκούσαν γενικά ενήλικοι άρρενες, οι γυναίκες
ψήφιζουν μαζικά μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Διαβάζουμε σχετικά με
την ψήφο των μαζών:
“Περιορισμένη ή γενική, είτε έχει ενσκήψει σε μια χώρα δημοκρατική είτε σε μια χώρα μοναρχική, εφαρμοσμένη στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ελλάδα στην Πορτογαλία ή στην Ισπανία η ψήφος των μαζών είναι παντού όμοια, και εκφράζει συχνά τις επιθυμίες και τις ασυνείδητες ανάγκες της φυλής.
Ο μέσος όρος των εκλεγμένων αντιπροσωπεύει για κάθε έθνος τη μέση ψυχή
της φυλής του. Από τη μια γενιά στην άλλη, την ξαναβρίσκουμε σχεδόν
ταυτόσημη”.
Οι σοσιαλιστές της Μπαρτσελόνα
Ας δούμε πώς ερμηνεύτηκε η έννοια «ομοσπονδιακή δημοκρατία» στην Ισπανία:
Τι ήταν αυτή η «ομοσπονδιακή δημοκρατία»;
Άλλοι εννοούσαν με αυτό χειραφέτηση των επαρχιών, θεσμούς παρόμοιους με
αυτούς των Ηνωμένων Πολιτειών ή τη διοικητική αποσυγκέντρωση· άλλοι
απέβλεπαν στον εκμηδενισμό κάθε αρχής, στην επικείμενη έναρξη της
μεγάλης κοινωνικής εκκαθάρισης. Οι σοσιαλιστές της Μπαρτσελόνα και της Ανδαλουσίας διεκήρυτταν
την απόλυτη κυριαρχία των δήμων, αξίωναν να δώσουν στην Ισπανία δέκα
χιλιάδες ανεξάρτητους δήμους, που να μη δέχονται άλλους νόμους εκτός
από τους δικούς τους, καταργώντας ταυτόχρονα και το στρατό και τη
χωροφυλακή.
Διοικητική αποσυγκέντρωση, εκμηδενισμός κάθε αρχής, απόλυτη κυριαρχία των δήμων, κατάργηση του στρατού και της χωροφυλακής, η ομοσπονδιακή δημοκρατία ήταν όλα αυτά μαζί, ήταν δηλαδή το σύνολο των διαστρεβλώσεών της.
Η απομύθευση του κόσμου
Την έννοια ψυχή της φυλής την οποία χρησιμοποιεί κάπως αόριστα ο Λε Μπον
είναι ίσως χρήσιμο να την προσδιορίσουμε διαφορετικά. Είναι ιστορικά
διαπιστωμένο ότι έξεις, συνήθειες και συμπεριφορές αποτελούν διαχρονικά
και συχνά ανθεκτικά στοιχεία στον πολιτισμό ενός λαού. Με αυτή την
έννοια μπορούμε να ανιχνεύσουμε εμπειρικά εννοιολογικά σχήματα με τα
οποία οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο που έλκουν την καταγωγή τους από την αρχέγονη μεταφυσική. Ας μείνουμε στην εκτίμηση ότι η θρυλούμενη κυριαρχία του Ορθού Λόγου
πρακτικά δεν συνέβη ποτέ, και οι κάθε είδους μυθολογίες
συνιστούν απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να συγκροτηθούν οι ανθρώπινες
κοινωνίες.
Με την έννοια αυτή, εντελ’ως περιγραφικά, μια απομύθευσητου
κόσμου παρουσιάζεται πρακτικώς αδύνατη: θα έπρεπε να στηριχθεί και η
ίδια σε ένα μύθο. Τα παραδείγματα δεξιών και αριστερών μύθων στον 20
αιώνα είναι νομίζουμε τόσο προφανή, ώστε περιτεεύει να παραθέσουμε
οτιδήποτε.
Ακούστε: Ορφέας Περίδης - Εκλογές
Ο υποψήφιος
Η πρώτη από τις ιδιότητες που πρέπει να έχει ο υποψήφιος στις εκλογές είναι το κύρος, λέει ο Γάλλος ψυχολόγος. Αν τέτοιο κύρος απουσιάζει ή είναι ανεπαρκές, μπορεί να αντικατασταθεί μόνο από το κύρος που δίνει η ισχύς. Το ταλέντα η ίδια η ευφυΐα, δεν είναι από μόνα τους στοιχεία επιτυχίας, σύμφωνα με τον ίδιο.
Χρειάζεται ακόμη ο πολιτικός να κολακεύει αδίστακτα τις λαχτάρες και τις κενοδοξίες του κάθε ψηφοφόρου, φρόνιμο θα ήταν ωστόσο να αποφύγει να προσβάλει πολύ πρόσωπα που έχουν ένα κύρος στα μάτια τους:
“Ο ψηφοφόρος χαίρεται πολύ να βλέπει
να κολακεύουν τις λαχτάρες του και τις κενοδοξίες του, ο υποψήφιος
πρέπει να τον φορτώσει με υπερβολικές κολακείες, να μη
διστάσει να του δώσει τις πιο απίστευτες υποσχέσεις. Μπροστά σε εργάτες
δεν θα μπορούσε να στιγματίσει και να προσβάλει πολύ τα αφεντικά τους.”
Ο τελευταίος των αγυρτών
Κάθε προσφυγή σε λογικά επιχειρήματα
θεωρείται από το Λε Μπον όχι μόνο περιττή αλλά και επιζήμια, ειδικά όταν
πρόκειται να απαντήσει στον εχθρό του, τον αντίπαλο υποψήφιο.
Προτείνετα η απλή διαβεβαίωση ότι ο αντίπαλός του είναι ο τελευταίος των αγυρτών:
“Όσο για τον αντίθετο υποψήφιο, θα
επιχειρήσει να τον συντρίψει κατοχυρώνοντας με τη διαβεβαίωση, την
επανάληψη και τη μετάδοση ότι είναι ο τελευταίος των αγυρτών,
και ότι κανένας δεν αγνοεί ότι έχει διαπράξει πολλά εγκλήματα. Είναι
ανώφελο, εννοείται, να ψάξει οποιοδήποτε πρόσχημα απόδειξης.
Ο υποψήφιος, κοντολογίς, χρειάζεται,
στον ένα ή τον άλλο βαθμό, να προσαρμόζει τις ιδέες του ώστε να
συμφωνούν με τις κυρίαρχες ιδέες, αν θέλει να επιβιώσει κατ’ αρχήν και
να διεκδικήσει σοβαρά το ρόλο του κυρίαρχου στη συνέχεια.
Η σύναξη των μάγων
Παρομοίως, κανείς από τους χιλιάδες ευφυείς ανθρώπους στο Μεσαίωνα δεν αμφισβήτησε σοβαρά και δημόσια την ύπαρξη του διαβόλου ούτε τη σύναξη των μάγων:
“Αν έπεφτε στα χέρια ενός δικαστή που θα ήθελε να τον κάψει, με την κατηγορία ότι έχει συνάψει μια συμφωνία με τον Διάβολο, ή ότι συχνάζει στη νυχτερινή σύναξη των μάγων, θα σκεφτόταν να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Διαβόλου και της σύναξης των μάγων;
Οι γραπτές προγραμματικές δηλώσεις
πρέπει να είναι προσεκτικές, προφορικά ωστόσο ο υποψήφιος μπορεί να
τάζει λαγούς με πετραχήλια:
“Το γραπτό πρόγραμμα
του υποψηφίου δεν πρέπει να είναι πολύ κατηγορηματικό, γιατί οι
αντίπαλοι του θα μπορούσαν να του το αντιτάξουν αργότερα- όμως το προφορικό του πρόγραμμα θα μπορούσε να είναι υπερβολικά άμετρο“.
Η αγρύπνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου/ The Vigil of Alexander the Great by
Mikhail Ivanovich Kozlovsky, 1790-1792. Αν ο Αλέξανδρος κοιμόταν,
ξυπνούσε όταν η μεταλλική σφαίρα έπεφτε στο δοχείο.
Η διαχείριση της μνήμης
Η διαχείριση της μνήμης στην εποχή του
γίνεται διαφορετικά, στα καθ’ ημάς η ανάκληση είναι πιο εύκολη,
παραμένει ωστόσο το πρόβλημα ότι οι πληροφορίες είναι πρακτικά άπειρες.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και όταν τα προφορικά καταγράφονται, οπώς δε
συνεβαινε πριν εκατό χρόνια, η επιλεκτική και αδύνατη μνήμη του ψηφοφόρου μάλλον παραμένει διαχρονικά σταθερό χαρακτηριστικό:
“Μπορεί [σ.σ. ο υποψήφιος] να
υποσχεθεί άφοβα τις πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Για το παρόν αυτές οι
υπερβολές έχουν πολύ καλά αποτελέσματα, και για το μέλλον δεν
δεσμεύουν σε τίποτα. Ο ψηφοφόρος δεν ενδιαφέρεται καθόλου
πράγματι, στη συνέχεια, να μάθει αν ο εκλεγμένος ακολούθησε την
ομολογία πίστης που επευφημήθηκε, και εξαιτίας της οποίας, υποτίθεται,
έλαβε χώρα η εκλογή”.
Στα τρέχοντα, αν κάνουμε μια απλή
ανάγνωση των προεκλογικών γραπτών δεσμεύσεων τα τελευταία 30 χρόνια
μπορούμε εμπειρικά και αδιαμφισβήτητα να διαπιστώσουμε την ανακολουθία
λόγων και έργων. Επρόκειτο για καθαρά προεκλογικά ψέμματα, τα οποία θα
συνεχίζονται όσο είναι αποτελεσματικά, όσο οι άνθρωποι θα φέρουν τα ίδια
ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά που περιέγραψε ο Θουκυδίδης. Έχουμε αλλού μιλήσει για την ανάγκη των ανθρώπων για μύθους και ιδεολογίες, για τα λεγόμενα ζωτικά ψεύδη,
για τις υποκειμενικές εκείνες κατασκευές που μας βοηθούν να
προσανατολιστούμε και να επιβιώσουμε σε έναν αρχικά αφιλόξενο κόσμο.
Εντεύθεν και Επέκεινα
Αξίζει με την αφορμή να αναφερθούμε σε ένα βασικό διαχωρισμό που σημάδεψε την ιστορία της σκέψης, το διαχωρισμό σε Εντεύθεν (τον τωρινό ας πούμε, κόσμο) και Επέκεινα
(τον μελλοντικό κόσμο). Η διάκριση είναι ίσως χρήσιμου στους επίδοξους
ηγέτες και στους ψηφοφόρους καθώς λειτουργεί ποικιλοτρόπως:
Το Επέκεινα εμπειρικά ούτε επαληθεύεται, ούτε διαψέυδεται, επομένως αποτελεί σχετικά προνομιακό πεδίο κυριαρχίας. Το Εντέυθεν, που παρουσιάζεται πάντοτε προβληματικό, καθώς δεν πραγματώνοναι οι εκάστοτε εξαγγελίες κατηγορείται ως Επίφαση, ως μη πραγματικό δηλαδή. Ο σοσιαλισμός,
ας πούμε, στρεβλώθηκε τόσες φορές και από τόσους πολλούς ώστε είναι,
και ήταν, αδύνατο να τον προσδιορίσουμε “αντικειμενικά”. Ομοίως ο
φιλελευθερισμός, τον οποίο επικαλέστηκαν πλείστα ολοκληρωτικά καθεστώτα
ερμηνεύτηκε πολλαπλώς.
Οι αδύνατες εξηγήσεις
Όπως ορισμένοι “δεξιοί” αδυνατούν να εξηγήσουν πως κάμποσοι αιώνες κυριαρχίας της ελεύθερης αγοράς
στάθηκαν ανίκανοι να σταματήσουν τη φτώχεια και τις αιματηρότατες
συγκρούσεις που μαίνονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ομοίως αρκετοί “αριστεροί” ορισμένης δογματικής
απόχρωσης παρακάμπτουν το ιστορικά διαπιστωμένο γεγονός ότι οι
κομουνιστικές κοινωνίες διατηρούσαν εκτεταμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης
και απαγόρευαν-με την ποινή της φυσικής εξόντωσης-οποιαδήποτε πολιτικό
κόμμα ή ομάδα.
Ελεύθερη αγορά, με την ονομαστική της
σημασία, δεν υπήρξε βεβαίως ποτέ: πάντα υπήρχαν κανόνες, τους οποίους
έθεταν οι ισχυρότεροι ή τέλος πάντων προέκυπταν στο παιχνίδι του
ανταγωνισμού.
Το αισχρό κεφάλαιο
Η πηγή των συγκρούσεων είναι ο αγώνας
της ισχύος και σ’ αυτό τον πόλεμο δεν μπορούν να συγκρουστούν ιδέες παρά
άνθρωποι με σάρκα και οστά, ως φορείς ιδεών.
Όσον αφορά τις πολεμικές εκφράσεις, ο υποψήφιος χρειάζεται να είναι σχεδόν αμείλικτος απέναντι στον εκάστοτε “εχθρό”· εκφράσεις όπως: το
αισχρό κεφάλαιο, οι άθλιοι εκμεταλλευτές, ο αξιοθαύμαστος εργάτης, η
κοινωνικοποίηση των αγαθών κ.λπ., προκαλούν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα, αν
και ήδη είναι λίγο φθαρμένες.
Οι ιδέες, σύμφωνα με μια τέτοια
εκτίμηση, δεν μπορεί παρά να είναι αξιώσεις ισχύος, ανθρώπινες
κατασκευές με άλλα λόγια και ουδεμία ηθική αξία ή απαξία μπορεί να έχουν καθ’ αυτές. Η αξία τους μπορεί να θεωρηθεί μόνο μέσα στην προοπτική συγκεκριμένων υποκειμένων. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι όλα τα υποκείμενα, ταυτοχρόνως, θα παραιτούνταν από όλες τις ποικιλόμορφες αξιώσεις ισχύος, το τέλος δηλαδή της ιστορίας όπως τη γνωρίσαμε.
Τέτοιας έκτασης παραίτηση δεν γνωρίζουμε να υπήρξε. Θα χρειαστεί ενδεχομένως, αν δε δοθούν νέες σημασίες σε παλιές λέξεις, να βρεθούν καινούριες φόρμουλες, καινούρια συνθήματα -τα οποία μάλιστα χρήσιμο είναι να μην έχουν ακριβή σημασία- ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν με αλάνθαστη επιτυχία στις πιο διαφορετικές εμπνεύσεις.
Αν έτσι συμβαίνουν ακόμα τα πράγματα,
στην τρέχουσα επικαιρότητα, μπορούμε να πούμε ότι όσα λέγονται περί
πατρίδας ελευθερίας δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και άλλα συναφή,
δεν έχουν κανένα απολύτως αντικειμενικό νόημα, δεν είναι αξίες οι έννοιες καθ’ αυτές, όπως λένε κι οι φιλόσοφοι.
Άλλα λέμε κι άλλα καταλαβαίνουμε
Αυτό δε συνεπάγεται απαραιτήτως μια
μηδενιστική στάση, είναι απλώς η νηφάλια διαπίστωση ότι οι άνθρωποι άλλα
λέμε κι άλλα καταλαβαίνουμε. Τα υπόλοιπα είναι ηθικολογίες,
και εννοούμε εδώ ότι όπ0ιος δικεδικεί το αποκλειστικό δικαίωμα να
ερμηνεύει τα προηγούμενα, είναι υποχρεωμένος να μεταμφιέσει αυτή
του την αξίωση ως υπερπροσωπικό και δήθεν πανανθρώπινο και ηθικό
καθήκον που απορρέει από την τάξη του κόσμου. Μια περιδεής και
φοβισμένη ύπαρξη μπορεί έτσι να ποριστεί ισχύ ανυπολόγιστη, μπορεί να
κάνει τα ζωτικά της προβλήματα επιλύσιμα, να αποκτήσει με άλλα λόγια
ταυτότητα και κοσμοεικόνα.
Οι άνθρωποι σε παρόμοιες διαδικασίες ανταλλάσσουν μάλλον ύβρεις και προπηλακισμούς παρά επιχειρήματα και απόψεις:
Ο ρήτορας εκτοξεύει αμέσως μια κατηγορία εναντίον των σοσιαλιστών, οι οποίοι τον διακόπτουν φωνάζοντας: «Κρετίνε! Ληστή! Αχρείε!» κ.λπ., επίθετα στα οποία ο σύντροφος Χ απαντά με την έκθεση μιας θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι σοσιαλιστές είναι «ηλίθιοι» ή «απατεώνες».
Το δόγμα
Ότι παρουσιάζεται ως δόγμα -ως κάτι που δεν επιδέχεται εμπειρικό έλεγχο- είναι πρακτικά πιο απρόσβλητο στις επιθέσεις του εχθρού:
Το δόγμα της κυριαρχίας των
μαζών είναι, από φιλοσοφική άποψη, τόσο λίγο υπερασπίσιμο, όσο και τα
θρησκευτικά δόγματα του Μεσαίωνα, αλλά έχει σήμερα την απόλυτη δύναμη.
Είναι λοιπόν τόσο απρόσβλητο, όσο υπήρξαν στο παρελθόν οι θρησκευτικές
μας ιδέες.
Έχουμε να κάνουμε εδώ ουσιαστικά με ταυτότητα μορφής και διαφορά περιεχομένου.
Η διάκριση είναι θεμελιώδης και δύσκολο να γίνει κατανοητή, καθώς όλοι,
ως υποκείμενα, είμαστε φορείς ενός Δέοντος το οποίο σαφώς θεωρούμε ως αληθινό και αντικειμενικό, εδώ δε μας ενδιαφέρει ποιο.
Το ύψιστο έγκλημα
Όποιος κατεβάζει το Θεό για να θεοποιήσει τον Άνθρωπο, ή έναν πολιτικό ηγέτη πράττει ομοίως από μεθοδολογική άποψη, απλώς δίνει άλλο περιεχόμενο
στο δόγμα και ιεραρχεί διαφορετικά τις αξίες του. Σε όλες τις
περιπτώσεις η αμφισβήτηση είναι το ύψιστο έγκλημα και περιτέχνως
εξομοιώνεται με την αμφισβήτηση του ίδιου του νοήματος του κόσμου. Για τα προβλήματα στη σχέση του Θεού με το Λόγο μίλησε ευφυέστατα και ο πατέρας Αυγουστίνος: ο Θεός δεσμεύεται από τις επιταγές του Λόγου.
Θα κλείσουμε το ήδη εκτενές σημείωμα με
μια αναφορά του Λε Μπον στο δικαίωμα της (σχετικά) καθολικής
ψηφοφορίας. Αφού διαφαίνεται μια περιφρόνηση του Λε Μπον για τις μάζες,
θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν αντίθετος με την καθολική ψηφοφορία,
ενδεχομένως μοναρχικός ή τέλος πάντως πολέμιος της μαζικοποίησης αυτού
του δικαιώματος.
Οι κλειστές κάστες
Παρά τα μειονεκτήματα της καθολικής
ψηφοφορίας- την ανοιχτή εξαγορά των ψηφοφόρων, την αμάθεια κλπ- ο
τελευταίος θεωρεί ότι τα πράγματα πρέπει να μείνουν περίπου ως έχουν,
προκειμένου να μην κυριαρχήσουν οι κλειστές κάστες. Γράφει σχετικά:
“Δε θα αντλήσω λοιπόν, από τα προηγούμενα, κανένα συμπέρασμα εναντίον της καθολικής ψήφου. Αν είχα να αποφασίσω για την τύχη της, θα τη διατηρούσα όπως είναι για
λόγους πρακτικούς, που απορρέουν ακριβώς από τη μελέτη μας πάνω στην
ψυχολογία των μαζών, και τους οποίους θα εκθέσω, αφού κατ’ αρχάς εκθέσω
τα μειονεκτήματά της”.
Μια ψήφος περιορισμένη
Δεν δέχεται καν να περιοριστούν τα αποτελέσματα της ψήφου, να ψηφίζουν δηλαδή οι μάζες για λιγότερα θέματα ή για λιγότερο σημαντικά:
“Πρέπει να υποθέσουμε τώρα ότι μια
ψήφος περιορισμένη -περιορισμένη στις δυνατότητες αν θέλετε- θα
καλυτέρευε την ψήφο των μαζών, δεν θα μπορούσα να το δεχτώ ούτε στιγμή,
και αυτό για τους λόγους, που επεσήμανα πιο πάνω, της διανοητικής κατωτερότητας όλων των ομάδων, όποια και αν μπορεί να είναι η σύνθεση τους.
Η μόρφωση και η επιστήμη
Ούτε η μόρφωση και η επιστήμη αποτελούν εγγύηση, συνεχίζει ο Λε Μπον, εφόσον η μάζα υποβιβάζει τις ικανότητες του μεμονωμένου ατόμου:
“Στη μάζα το επαναλαμβάνω, οι άνθρωποι εξομοιώνονται πάντα,
και, πάνω σε γενικά ζητήματα η ψήφος σαράντα ακαδημαϊκών δεν είναι
καλύτερη από αυτή σαράντα υδροφόρων. Δεν πιστεύω ότι οποιαδήποτε από
τις ψήφους, για τις οποίες τόσο κατηγορούν την καθολική ψήφο, η
παλινόρθωση της μοναρχίας, για παράδειγμα, θα διέφερε με ψηφοφόρους στρατολογημένους αποκλειστικά μεταξύ των επιστημόνων και των μορφωμένων.”
Και στη συνέχεια:
“Αν, λοιπόν, άνθρωποι
παραφορτωμένοι με επιστήμη αποτελούσαν μόνοι τους το εκλογικό σώμα, οι
ψήφοι τους δεν θα ήταν καλύτερες από τις σημερινές. Θα οδηγούνταν κυρίως
από τα αισθήματα τους και το πνεύμα του κόμματος τους. Δεν θα είχαμε λιγότερο κανένα από τα σημερινά προβλήματα και σίγουρα θα είχαμε περισσότερο τη βαριά τυραννία των καστών”.
Θα συνεχίσουμε σε δεύτερη ευκαιρία.
Ακολουθεί το κείμενο του Λε Μπον:
Οι εκλογικές μάζες
Οι εκλογικές μάζες, δηλαδή οι ομάδες που
καλούνται να εκλέξουν τους τιτλούχους κάποιων υπηρεσιών, είναι μάζες
ετερογενείς-όμως, καθώς δεν δρουν παρά μόνο με ένα καθορισμένο τρόπο:
επιλέγουν ανάμεσα σε διάφορους υποψηφίους, δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε
σε αυτές παρά κάποιους από τους χαρακτήρες που περιγράψαμε
προηγουμένως. Αυτοί που εκδηλώνουν κυρίως είναι η ασθενής ικανότητα για
συλλογισμό, η απουσία κριτικού πνεύματος, η οξυθυμία, η ευπιστία και η
υπεραπλούστευση. Ανακαλύπτουμε επίσης στις αποφάσεις τους την επιρροή
των καθοδηγητών και το ρόλο των παραγόντων που απαριθμήσαμε
προηγουμένως: τη διαβεβαίωση, την επανάληψη, το κύρος και τη μετάδοση.
Ας διερευνήσουμε πώς τις παρασύρει
κανείς. Με μεθόδους που πετυχαίνουν με τον καλύτερο τρόπο, θα συναχθεί
καθαρά η ψυχολογία τους.
Η πρώτη από τις ιδιότητες που πρέπει να
έχει ο υποψήφιος είναι το κύρος. Το προσωπικό κύρος δεν μπορεί να
αντικατασταθεί παρά από αυτό της ισχύος. Το ταλέντα η ίδια η ευφυΐα, δεν
είναι στοιχεία επιτυχίας.
Αυτή η ανάγκη του υποψηφίου να
περιβάλλεται με κύρος, να μπορεί επομένως να επιβληθεί δίχως
αμφισβήτηση, είναι κεφαλαιώδης. Αν οι ψηφοφόροι, που αποτελούνται κυρίως
από εργάτες και χωρικούς, επιλέγουν τόσο σπάνια έναν από τους δικούς
τους για να τους αντιπροσωπεύσει, είναι γιατί οι προσωπικότητες που
βγαίνουν από τις τάξεις τους δεν έχουν γι’ αυτούς κανένα κύρος. Δεν
διορίζουν ποτέ έναν όμοιό τους παρά για λόγους δευτερεύοντες, για να
αντισταθούν για παράδειγμα σε ένα υψηλό πρόσωπο, σε ένα ισχυρό αφεντικό,
υπό την εξάρτηση του οποίου βρίσκεται καθημερινά ο ψηφοφόρος, και του
οποίου έχει έτσι την ψευδαίσθηση ότι γίνεται για λίγο ο κύριος.
Όμως το απόκτημα του κύρους δεν
αρκεί για να εξασφαλίσει την επιτυχία στον υποψήφιο. Ο ψηφοφόρος
χαίρεται πολύ να βλέπει να κολακεύουν τις λαχτάρες του και τις
κενοδοξίες του ο υποψήφιος πρέπει να τον φορτώσει με υπερβολικές
κολακείες, να μη διστάσει να του δώσει τις πιο απίστευτες υποσχέσεις.
Μπροστά σε εργάτες δεν θα μπορούσε να στιγματίσει και να προσβάλει πολύ
τα αφεντικά τους. Όσο για τον αντίθετο υποψήφιο, θα επιχειρήσει να τον
συντρίψει κατοχυρώνοντας με τη διαβεβαίωση, την επανάληψη και τη
μετάδοση ότι είναι ο τελευταίος των αγυρτών, και ότι κανένας δεν αγνοεί
ότι έχει διαπράξει πολλά εγκλήματα Είναι ανώφελο, εννοείται, να ψάξει
οποιοδήποτε πρόσχημα απόδειξης. Αν ο αντίπαλος δεν γνωρίζει καλά την ψυχολογία των μαζών,
θα προσπαθήσει να δικαιολογηθεί με επιχειρήματα, αντί να απαντήσει
απλώς στις συκοφαντικές διαβεβαιώσεις με άλλες διαβεβαιώσεις το ίδιο
συκοφαντικές- και δεν θα έχει από εκείνη τη στιγμή καμιά πιθανότητα να
επικρατήσει.
Το γραπτό πρόγραμμα του υποψηφίου δεν
πρέπει να είναι πολύ κατηγορηματικό, γιατί οι αντίπαλοι του θα
μπορούσαν να του το αντιτάξουν αργότερα- όμως το προφορικό του
πρόγραμμα θα μπορούσε να είναι υπερβολικά άμετρο. Μπορεί να υποσχεθεί
άφοβα τις πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Για το παρόν αυτές οι υπερβολές
έχουν πολύ καλά αποτελέσματα, και για το μέλλον δεν δεσμεύουν σε
τίποτα. Ο ψηφοφόρος δεν ενδιαφέρεται καθόλου πράγματι, στη συνέχεια, να
μάθει αν ο εκλεγμένος ακολούθησε την ομολογία πίστης που επευφημήθηκε,
και εξαιτίας της οποίας, υποτίθεται, έλαβε χώρα η εκλογή.
Αναγνωρίζουμε εδώ όλους τους παράγοντες πειθούς που περιγράψαμε πιο πάνω. Θα τους ξαναβρούμε ακόμα στην επίδραση των λέξεων και των τύπων,
των οποίων δείξαμε ήδη την ισχυρή εξουσία Ο ρήτορας που ξέρει να τους
χειρίζεται οδηγεί τις μάζες κατά βούληση. Τέτοιες εκφράσεις όπως: το
αισχρό κεφάλαιο, οι άθλιοι εκμεταλλευτές, ο αξιοθαύμαστος εργάτης, η
κοινωνικοποίηση των αγαθών κ.λπ., προκαλούν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα, αν
και ήδη είναι λίγο φθαρμένες. Όμως ο υποψήφιος που μπορεί να ανακαλύψει
μα καινούργια φόρμουλα, στερημένη μάλιστα ακριβούς σημασίας, και κατά
συνέπεια εφαρμόσιμη στις πιο διαφορετικές εμπνεύσεις, έχει μια αλάνθαστη
επιτυχία. Η αιμοσταγής ισπανική επανάσταση του 1873 πραγματοποιήθηκε με
μια από εκείνες τις μαγικές λέξεις με το πολύπλοκο νόημα, που καθένας
μπορεί να ερμηνεύσει σύμφωνα με την ελπίδα του. Ένας σύγχρονος
συγγραφέας διηγήθηκε τη γένεσή της με λόγια που αξίζει να αναφερθούν.
Οι ριζοσπάστες είχαν ανακαλύψει ότι μια ενωτική δημοκρατία είναι μια μεταμφιεσμένη μοναρχία, και, για να τους ευχαριστήσει, η Βουλή
είχε διακηρύξει με μια φωνή την ομοσπονδιακή δημοκρατία χωρίς κανείς
από τους ψηφοφόρους να μπορέσει να πει τι ήταν αυτό που ψηφίστηκε. Όμως
αυτή η συνταγή τούς γοήτευε όλους, ήταν ένα ντελίριο, μια μέθη. Μόλις
είχαν εγκαινιάσει πάνω στη γη το βασίλειο της αρετής και της ευτυχίας.
Ένας δημοκρατικός, στον οποίο ο αντίπαλος του αρνιόταν τον τίτλο του
ομοσπονδιακού, προσβαλλόταν σαν από μια θανάσιμη προσβολή. Προχωρούσε
στους δρόμους και μονολογούσε: Saludy republicafederair. έπειτα, άρχιζε να ψάλλει ύμνους στην Αγία Ανυποταξία και στην αυτονομία του στρατιώτη.
Τι ήταν αυτή η «ομοσπονδιακή δημοκρατία»;
Άλλοι εννοούσαν με αυτό χειραφέτηση των επαρχιών, θεσμούς παρόμοιους με
αυτούς των Ηνωμένων Πολιτειών ή τη διοικητική αποσυγκέντρωση· άλλοι
απέβλεπαν στον εκμηδενισμό κάθε αρχής, στην επικείμενη έναρξη της
μεγάλης κοινωνικής εκκαθάρισης. Οι σοσιαλιστές της Μπαρτσελόνα και της Ανδαλουσίας
διεκήρυτταν την απόλυτη κυριαρχία των δήμων, αξίωναν να δώσουν στην
Ισπανία δέκα χιλιάδες ανεξάρτητους δήμους, που να μη δέχονται άλλους
νόμους εκτός από τους δικούς τους, καταργώντας ταυτόχρονα και το στρατό
και τη χωροφυλακή. Είδαν σε λίγο μέσα στις επαρχίες της Μεσημβρίας την
επανάσταση να εξαπλώνεται από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό. Από τη
στιγμή που ένας δήμος είχε κάνει το pronunciamiento
του, η πρώτη του φροντίδα ήταν να καταστρέψει τον τηλέγραφο και τους
σιδηροδρόμους για να κόψει όλες τις επικοινωνίες του με τους γείτονες
του και με τη Μαδρίτη. Δεν υπήρχε άθλια κώμη που να μην
αξίωνε να είναι ανεξάρτητη. Το ομοσπονδιακό σύστημα είχε επιτρέψει ένα
καντοναλισμό βίαιο, στασιαστικό και καταστροφικό, και παντού
γιορτάζονταν αιμοσταγή κρόνια.
Όσο για την επίδραση που οι συλλογισμοί θα μπορούσαν να ασκήσουν στο πνεύμα των ψηφοφόρων,
θα έπρεπε να μην είχαμε διαβάσει ποτέ τα πρακτικά ενός εκλογικού
συνεδρίου για να μην είμαστε κατηγορηματικοί σε αυτό το θέμα. Εκεί
ανταλλάσσουν διαβεβαιώσεις, ύβρεις, ενίοτε βίαια κτυπήματα, ποτέ λόγους.
Αν επιβάλλεται ησυχία μια στιγμή, είναι που ένας παριστάμενος με
δύσκολο χαρακτήρα αναγγέλλει ότι πρόκειται να θέσει στον υποψήφιο ένα
από αυτά τα ενοχλητικά ερωτήματα που διασκεδάζουν πάντα το ακροατήριο.
Όμως η ικανοποίηση των αντιπολιτευομένων δεν διαρκεί πολύ, γιατί, η
φωνή αυτού που μίλησε τελευταίος, σε λίγο καλύπτεται από τα ουρλιαχτά
των αντιπάλων. Μπορούμε να θεωρήσουμε ως τύπο των δημοσίων συνεδρίων τα
ακόλουθα πρακτικά, επιλεγμένα μεταξύ κάποιων άλλων παρόμοιων, και τα
οποία δανείζομαι από τις καθημερινές εφημερίδες:
Όταν ένας διοργανωτής κάλεσε τους
παριστάμενους να διορίσουν έναν πρόεδρο, η ταραχή ξέσπασε. Οι
αναρχιστές πηδούν πάνω στη σκηνή για να αρπάξουν το γραφείο με έφοδο. Οι
σοσιαλιστές το υπερασπίζονται δραστικά’ σκοντάφτουν, χαρακτηρίζονται
αμοιβαία κατάσκοποι, πουλημένοι κ.λπ., ένας πολίτης υποχωρεί με ένα
μάτι μωλωπισμένο.
Τελικά, το γραφείο εγκαθίσταται κουτσά-στραβά εν μέσω της ταραχής, και το βήμα μένα στο σύντροφο Χ.
Ο ρήτορας εκτοξεύει αμέσως μια
κατηγορία εναντίον των σοσιαλιστών, οι οποίοι τον διακόπτουν
φωνάζοντας: «Κρετίνε! Ληστή! Αχρείε!» κ.λπ., επίθετα στα οποία ο
σύντροφος Χ απαντά με την έκθεση μιας θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι
σοσιαλιστές είναι «ηλίθιοι» ή «απατεώνες».
… Το γερμανικό κόμμα είχε οργανώσει
χθες βράδυ στο εμπορικό επιμελητήριο, στην οδό Faubourg-du-Temple, μια
μεγάλη συγκέντρωση, προπαρασκευαστική της γιορτής των Εργατών της πρώτης
ΜαΤου. Το σύνθημα ήταν. «Γαλήνη και ηρεμία».
Ο σύντροφος G χαρακτηρίζει τους σοσιαλιστές «κρετίνους» και «απατεώνες».
Με αυτά τα λόγια, ρήτορες και
ακροατές βρίζονται και έρχονται στα χέρια· οι καρέκλες, τα έδρανα τα
τραπέζια, ανεβαίνουν στη σκηνή κ.λπ.
Ας μη φανταστούμε ότι αυτό το είδος
συζήτησης προσιδιάζει σε μια ορισμένη τάξη ψηφοφόρων, και είναι
αποτέλεσμα της κοινωνικής τους κατάστασης. Σε κάθε ανώνυμη συνάθροιση,
που απαρτίζεται αποκλειστικά από μορφωμένους, η συζήτηση παίρνει εύκολα
τις ίδιες μορφές. Έχω δείξει ότι οι άνθρωποι στη μάζα τείνουν προς τη
διανοητική εξίσωση, και, την κάθε στιγμή, ξαναβρίσκουμε την απόδειξη γι’
αυτό. Να, για παράδειγμα, ένα απόσπασμα από τα πρακτικά ενός συνεδρίου
στελεχωμένου αποκλειστικά από φοιτητές:
Η ταραχή όλο και μεγάλωνε, όσο προχωρούσε το βράδυ-
δεν πιστεύω ότι, έστω και ένας ρήτορας, μπόρεσε να πει δύο φράσεις
δίχως να τον διακόψουν. Την κάθε στιγμή οι κραυγές ξεκινούσαν από το
ένα σημείο ή από το άλλο, ή από όλα τα σημεία ταυτόχρονα επευφημούσαν,
σφύριζαν οι βίαιες συζητήσεις άρχιζαν ανάμεσα σε διάφορους ακροατές·
κράδαιναν τα μπαστούνια απειλητικά- χτυπούσαν το πάτωμα ρυθμικά· τις
κραυγών ακολουθούσαν αυτοί που διέκοπταν: «Έξω! Κάτω από το βήμα!»
Ο M.C. επιδαψιλεύει στο σύλλογο τα
επίθετα του μυσαρού και χαύνου, του τερατώδους, του άθλιου, του
αργυρώνητου και εκδικητικού, και διακηρύττει ότι θέλει να τον
καταστρέψει κλπ.
Αναρωτιέται κανείς πώς, μέσα σε
παρόμοιες συνθήκες, μπορεί να διαμορφωθεί η άποψη του ψηφοφόρου; Αλλά,
αν θέταμε ένα παρόμοιο ερώτημα, θα σήμαινε ότι αυταπατόμαστε αλλόκοτα
σχετικά με το βαθμό ελευθερίας που απολαμβάνει μια ομάδα. Οι μάζες έχουν
απόψεις που τους έχουν επιβληθεί, ποτέ ιδέες δικαιολογημένες. Αυτές οι
απόψεις και οι ψήφοι των ψηφοφόρων παραμένουν στα χέρια των εκλογικών
επιτροπών, των οποίων οι καθοδηγητές είναι τις περισσότερες φορές
κάποιοι έμποροι κρασιού, με μεγάλη επιρροή πάνω στους εργάτες, στους
οποίους δίνουν πίστωση. «Ξέρετε τι είναι μια εκλογική επιτροπή;», γράφει
ένας από τους πιο γενναίους υπερασπιστές της δημοκρατίας, ο Μ. Scherer. «Πολύ απλά, το κλειδί των θεσμών μας, το πρωτεύον εξάρτημα της πολιτικής μηχανής. Η Γαλλία σήμερα κυβερνιέται από τις επιτροπές».
Επίσης, δεν είναι πολύ δύσκολο να
επιδράσει σε αυτές, αν ο υποψήφιος είναι αποδεκτός και διαθέτει αρκετά
χρήματα. Σύμφωνα με τις ομολογίες των δωρητών, τρία εκατομμύρια άρκεσαν
για να κερδίσουν τις πολλαπλές εκλογές του στρατηγού Boulanger.
Αυτή είναι η ψυχολογία των εκλογικών μαζών. Είναι ταυτόσημη με αυτή των άλλων μαζών. Ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη.
Δε θα αντλήσω λοιπόν, από τα προηγούμενα, κανένα συμπέρασμα εναντίον της καθολικής ψήφου. Αν είχα να αποφασίσω για την τύχη της, θα τη διατηρούσα όπως είναι
για λόγους πρακτικούς, που απορρέουν ακριβώς από τη μελέτη μας πάνω
στην ψυχολογία των μαζών, και τους οποίους θα εκθέσω, αφού κατ’ αρχάς
εκθέσω τα μειονεκτήματά της.
Τα μειονεκτήματα της καθολικής ψήφου
είναι σαφώς πολύ ορατά για να παραγνωρίζονται. Δεν θα μπορούσε κάποιος
να αμφισβητήσει ότι οι πολιτισμοί υπήρξαν το έργο μιας μικρής μειοψηφίας
ανώτερων πνευμάτων, που συνιστούσαν την κορυφή μας πυραμίδας, της
οποίας τα επίπεδα, τα οποία πλαταίνουν όσο λιγοστεύει η πνευματική αξία,
αντιπροσωπεύουν τα βαθιά στρώματα ενός έθνους. Το μεγαλείο ενός
πολιτισμού δεν μπορεί βεβαίως να εξαρτάται από την ψήφο στοιχείων
κατώτερων, που αντιπροσωπεύουν απλώς την πλειοψηφία. Δίχως αμφιβολία,
επίσης, οι ψήφοι των μαζών είναι συχνά πολύ επικίνδυνες. Ήδη
μας έχουν στοιχίσει πολλές εισβολές· και, με την επικράτηση του
Σοσιαλισμού, τα ονειροπολήματα της λαϊκής κυριαρχίας θα μας στοιχίσουν
σίγουρα πολύ πιο ακριβά ακόμα.
[1][ Οι επιτροπές, όποια και αν είναι τα
ονόματά τους: Λέσχες, συνδικάτα κλπ., αποτελούν έναν από τους φοβερούς
κινδύνους της δύναμης των μαζών. Αντιπροσωπεύουν, πράγματι, την πιο
απρόσωπη μορφή, και, κατά συνέπεια, την πιο καταπιεστική της τυραννίας.
Οι καθοδηγητές που διευθύνουν τις επιτροπές, καθώς θεωρούνται ότι
μιλούν και πράττουν στο όνομα μιας ομάδας, είναι απαλλαγμένοι από κάθε
ευθύνη και όλα μπορούν να επιτρέπονται. Ο πιο θηριώδης τύραννος ποτέ δεν
τόλμησε να σκεφτεί τις προγραφές που διέταξαν οι επαναστατικές
επιτροπές. Είχαν αποδεκατίσει και διαιρέσει συστηματικά την
Εθνοσυνέλευση. Ο Ροβεσπιέρος υπήρξε απόλυτος κύριος, στο βαθμό που
μπόρεσε να μιλήσει εξ ονόματός τους. Η μέρα που ο φοβερός δικτάτορας
αποχώρησε από αυτές για ζητήματα εγωισμού, σήμανε την ώρα της
καταστροφής του. Η βασιλεία των μαζών είναι η βασιλεία των επιτροπών,
επομένως των καθοδηγητών. Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε πιο σκληρό
δεσποτισμό].
Όμως αυτές οι αντιρρήσεις, θεωρητικά
άριστες, χάνουν πρακτικά όλη τη δύναμή τους, αν θυμηθούμε την
ακατανίκητη δύναμη των ιδεών που μεταμορφώθηκαν σε δόγματα. Το δόγμα
της κυριαρχίας των μαζών είναι, από φιλοσοφική άποψη, τόσο λίγο
υπερασπίσιμο, όσο και τα θρησκευτικά δόγματα του Μεσαίωνα, αλλά έχει
σήμερα την απόλυτη δύναμη. Είναι λοιπόν τόσο απρόσβλητο, όσο υπήρξαν
στο παρελθόν οι θρησκευτικές μας ιδέες.
Υποθέστε ότι ένας ελεύθερος σύγχρονος
στοχαστής μεταφέρεται με μια μαγική δύναμη μέσα στον Μεσαίωνα Πιστεύετε
ότι, απέναντι στην κυριαρχική δύναμη των θρησκευτικών ιδεών που
βασίλευαν τότε, θα επιχειρούσε να τις πολεμήσει; Αν έπεφτε στα χέρια
ενός δικαστή που θα ήθελε να τον κάψει, με την κατηγορία ότι έχει
συνάψει μια συμφωνία με τον Διάβολο, ή ότι συχνάζει στη νυχτερινή σύναξη των μάγων, θα σκεφτόταν να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Διαβόλου και της σύναξης των μάγων;
Δεν αμφισβητούμε πια περισσότερο τις πεποιθήσεις των μαζών απ’ ό,τι
τους κυκλώνες. Το δόγμα της καθολικής ψήφου διαθέτει σήμερα τη δύναμη
που είχαν άλλοτε τα χριστιανικά δόγματα. Ρήτορες και συγγραφείς μιλούν
γι’ αυτό με ένα σεβασμό και με κολακείες που δεν γνώρισε ο Λουδοβίκος ΙΔ‘.
Πρέπει, λοιπόν, να φερθούμε σε σχέση με αυτό, όπως φερόμαστε σε σχέση
με όλα τα θρησκευτικά δόγματα Μόνο ο χρόνος επιδρά πάνω τους.
Αν προσπαθούσατε να κλονίσετε αυτό το
δόγμα, θα ήταν τόσο περισσότερο ανώφελο, όσο αυτό έχει προφανείς Λόγους
υπέρ του: «Στην εποχή της ισότητας», λέει ορθά ο Tocqueville,
«οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο εξαιτίας της
ομοιότητάς τους· όμως, η ίδια αυτή ομοιότητα, τους δίνει μια εμπιστοσύνη
σχεδόν απεριόριστη στην κρίση του κοινού γιατί δεν τους φαίνεται
πιθανό, μια που έχουν όλοι παρόμοια φώτα, η αλήθεια να μη βρίσκεται στην
πλευρά της πλειοψηφίας».
Πρέπει να υποθέσουμε τώρα ότι μια ψήφος
περιορισμένη -περιορισμένη στις δυνατότητες αν θέλετε- θα καλυτέρευε
την ψήφο των μαζών, δεν θα μπορούσα να το δεχτώ ούτε στιγμή, και αυτό
για τους λόγους, που επεσήμανα πιο πάνω, της διανοητικής κατωτερότητας
όλων των ομάδων, όποια και αν μπορεί να είναι η σύνθεση τους.
Στη μάζα το επαναλαμβάνω, οι άνθρωποι εξομοιώνονται πάντα,
και, πάνω σε γενικά ζητήματα η ψήφος σαράντα ακαδημαϊκών δεν είναι
καλύτερη από αυτή σαράντα υδροφόρων. Δεν πιστεύω ότι οποιαδήποτε από
τις ψήφους, για τις οποίες τόσο κατηγορούν την καθολική ψήφο, η
παλινόρθωση της μοναρχίας, για παράδειγμα, θα διέφερε με ψηφοφόρους
στρατολογημένους αποκλειστικά μεταξύ των επιστημόνων και των μορφωμένων.
Το γεγονός, για ένα άτομο, να
ξέρει ελληνικά ή μαθηματικά, να είναι αρχιτέκτονας, κτηνίατρος, γιατρός
ή δικηγόρος, δεν το προικίζει, πάνω στα συναισθηματικά ζητήματα, με
ιδιαίτερη διαύγεια. Όλοι οι οικονομολόγοι μας είναι άνθρωποι πεπαιδευμένοι, καθηγητές και ακαδημαϊκοί ως επί το πλείστον.
Υπάρχει έστω και ένα γενικό ζήτημα, το
προστατευτικό σύστημα για παράδειγμα που να τους βρήκε σύμφωνους;
Μπροστά σε κοινωνικά προβλήματα, γεμάτα από πολλαπλά άγνωστα σημεία και
κυριαρχούμενα από τη μυστική λογική ή τη συναισθηματική λογική, όλες
οι αμάθειες εξομοιώνονται.
Αν, λοιπόν, άνθρωποι
παραφορτωμένοι με επιστήμη αποτελούσαν μόνοι τους το εκλογικό σώμα, οι
ψήφοι τους δεν θα ήταν καλύτερες από τις σημερινές. Θα οδηγούνταν κυρίως
από τα αισθήματα τους και το πνεύμα του κόμματος τους. Δεν θα είχαμε λιγότερο κανένα από τα σημερινά προβλήματα και σίγουρα θα είχαμε περισσότερο τη βαριά τυραννία των καστών.
Περιορισμένη ή γενική, είτε έχει
ενσκήψει σε μια χώρα δημοκρατική είτε σε μια χώρα μοναρχική,
εφαρμοσμένη στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ελλάδα στην Πορτογαλία ή στην
Ισπανία η ψήφος των μαζών είναι παντού όμοια, και εκφράζει συχνά τις
επιθυμίες και τις ασυνείδητες ανάγκες της φυλής. Ο μέσος όρος των
εκλεγμένων αντιπροσωπεύει για κάθε έθνος τη μέση ψυχή της φυλής του. Από
τη μια γενιά στην άλλη, την ξαναβρίσκουμε σχεδόν ταυτόσημη.
Κι έτσι, μια φορά ακόμα, ξαναπέφτουμε
πάνω σε αυτή τη θεμελιώδη ιδέα της φυλής, που ήδη τη συναντήσαμε τόσο
συχνά, και πάνω σε αυτή την άλλη, που παράγεται από την πρώτη, ότι
θεσμοί και κυβερνήσεις παίζουν ένα πολύ μικρό ρόλο μέσα στη ζωή των
λαών. Αυτοί οι τελευταίοι οδηγούνται κυρίως από την ψυχή της φυλής
τους, δηλαδή από τα προγονικά κατάλοιπα των οποίων αυτή η ψυχή είναι η
σύνοψη. Η φυλή και α επιπλοκές των καθημερινών αναγκών, αυτοί είναι οι μυστηριώδεις κύριοι που ορίζουν τις τύχες μας.
Οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://www.backtoclassics.com/gallery/leonardodavinci/anatomicalstudytorsoandarms/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου