Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Ελληνοαυστραλιανός Τύπος της περιόδου 1960–1975: Πόλωση, δύσκολες προσαρμογές και σταδιακή εκτόνωση

http://dspace.flinders.edu.au/jspui/bitstream/2328/3260/1/449-460_fifis%20Gr.pdf
Χρήστος Ν. Φίφης

Το θέμα της παρούσας παρουσίασης εγείρει ερωτήματα όπως τα ακόλουθα: Ποια
ήταν η σπουδαιότητα της περιόδου 1960–1975 για την Ελληνοαυστραλιανή Πα-
ροικία; Ποια ήταν τα ζητήματα που απασχόλησαν την Παροικία την περίοδο αυτή;
Πώς παρουσίασαν τα ζητήματα αυτά οι ελληνοαυστραλιανές εφημερίδες της πε-
ριόδου; Ποιος ήταν ο ρόλος τους και οι θέσεις που προωθούσαν;
Από πολλές απόψεις για την Ελληνοαυστραλιανή παροικία η περίοδος 1960–
1975 είναι πολύ σημαντική. Είναι η περίοδος που εξακολουθεί ν’ αναπτύσσεται
και στο τέλος αρχίζει να ελαττώνεται και να αναδιαρθρώνεται η Αυστραλιανή
βιο μηχανία. Η αύξηση της εργοστασιακής βιομηχανίας υποχρέωνε την Αυστρα-
λιανή κυβέρνηση να επιζητεί υψηλό ποσοστό εισροής ανειδίκευτων μεταναστών.
Μετά τη στείρευση των αποθεμάτων μεταναστών από τη Βρετανία και τη Βόρεια
Ευρώ πη που αποτελούσαν την πρώτη προτίμηση της Αυστραλιανής κυβέρνησης,
Fifis, Christos N. 2007. Ο Ελληνοαυστραλιανός Τύπος της περιόδου 1960–1975: Πόλωση, δύσκολες προσαρμογές και σταδιακή εκτόνωση η Αυστραλία καταλήγει ν’ αποδέχεται, από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μαζική μετανάστευση από τη Νότια Ευρώπη, κάτι που απέφευγε να κάνει νωρίτερα. Η περίοδος 1960–1975 είναι αυτή που σημειώνει το υψηλότερο σημείο της μαζικής
με τανάστευσης από την Ελλάδα. Οι ελληνογεννημένοι μετανάστες υπερδιπλα-
σιά ζο νται, από 77,333 το 1961 στους 160,532 το 1970 (Price, 1984). Είναι επίσης η
πε ρίοδος που το εκκλησιαστικό μεταβλήθηκε σε παροικιακό πρόβλημα μετά το
Παγκοινο τικό Συνέδριο του 1958 στο Σίδνεϊ και προκαλεί έντονο διχασμό στην
Παροικία.

Έντονες αντιδράσεις και διαμάχες προκάλεσε επίσης η επιβολή της δικτατο-
ρίας στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες ήταν νέοι, κάτω των 30
ετών, που δεν γνώριζαν Αγγλικά αλλά και δεν αισθάνονταν δεμένοι με τη νέα
χώρα. Γενικά αισθάνονταν το περιβάλλον ξένο και οι διαθέσεις πολλών ήταν να
επιστρέψουν σύντομα στην Ελλάδα (Κουρής, 1998:45). Στη διάρκεια της δεκα-
ετίας του 1960 οι νεοφερμένοι της περιόδου δημιούργησαν οικογένειες και η
νέα κατάσταση περιέπλεκε τα αρχικά τους σχέδια. Η στρατιωτική δικτατορία
στην Ελλάδα του 1967–1974 φαίνεται να σημειώνει μια τομή. Αρκετοί Έλληνες
μετανάστες άρχισαν να βλέπουν την Αυστραλία ως τη μόνιμη χώρα διαμονής
τους. Ο James Jupp αναφέρει ότι στην Ελληνική πολιτική κρίση του Ιουλίου του
1965 πωλήθηκαν στη Μελβούρνη 6000 αθηναϊκές εφημερίδες που μεταφέρονταν
αεροπορικώς και στην τσουχτερή τιμή των τριών σελινίων, (Jupp, 1966:40), όταν
υπήρχαν επίσης διαθέσιμες τουλάχιστον 7 τοπικές εφημερίδες απ’ τη Μελβούρνη
και το Σίδνεϊ, σε λιγότερο από το 1/3 της παραπάνω τιμής.1
Μετά το 1972 σημειώνεται σημαντική μείωση της μετανάστευσης από την
Ελλάδα, η εκλογή της Αυστραλιανής Εργατικής κυβέρνησης του Γκοφ Ουίτλαμ
στο τέλος του 1972 συμβάλλει στη βαθμιαία αποδοχή μιας πιο πολυπολιτισμικής
Αυστραλίας και τα γεγονότα της Κύπρου του 1974 συμβάλλουν στην πτώση της
στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα και στην έλευση στην Αυστραλία κάπου
6,000 Ελληνοκυπρίων προσφύγων. Μερικοί από αυτούς ήταν εκπαιδευτικοί και
επιστήμονες που πολλαπλώς συνέβαλαν στα προγράμματα ελληνομάθειας και τη
βελτίωση των αναγκών της Ελληνοαυστραλιανής Παροικίας (Fifi s, 1999:77).
Μετά το 1967 η εισαγωγή εφημερίδων από την Ελλάδα έπεσε κατακόρυφα και
αυτό οδήγησε στην ενίσχυση των ελληνοαυστραλιανών εφημερίδων. Οι νέες οικο-
γένειες άρχισαν να προσανατολίζονται προς μόνιμη εγκατάσταση στην Αυστρα-
λία με την έννοια ότι αγόρασαν σπίτι, τα παιδιά άρχισαν να πηγαίνουν στο σχολείο
και η επανεγκατάσταση στην Ελλάδα γινόταν πιο δύσκολη.
Οι εφημερίδες όπως και στις παρελθούσες δεκαετίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο
στην πληροφόρηση των παροίκων και την καθοδήγηση στα καθημερινά προ-
βλήματα της προσαρμογής τους. Αρκετές εφημερίδες κυκλοφόρησαν αυτή την
1 Κυριότερες εφημερίδες περιόδου: Σίδνεϊ: Πανελλήνιος Κήρυκας, Εθνικόν Βήμα, Κυριακή, Νέα Πατρίδα.
Μελβούρνης: Νέος Κόσμος, Φως, Πυρσός, Τα Νέα.

περίοδο αλλά εδώ θ’ αναφερθώ στις γνωστότερες από πλευράς αναγνωστικότη-
τας, επιβίωσης για σημαντικό χρονικό διάστημα και αντίχτυπου που είχαν στις
διάφορες φάσεις του παροικιακού γίγνεσθαι.
Οι εφημερίδες που επέλεξα για εξέταση και που εκπληρούν τα παραπάνω
κριτήρια είναι ο Πανελλήνιος Κήρυκας (Π. Κ.) το Εθνικό Βήμα (Ε. Β.) και η Νέα
Πατρίδα (Ν. Π.) του Σίδνεϊ, ο Νέος Κόσμος (Ν. Κ.), το Φως και Πυρσός της Μελ-
βούρνης. Σημαντική ήταν επίσης και η συμβολή των Νέων της Μελβούρνης
(1961–1968) και της Κυριακής του Σίδνεϊ (1959–1971) αλλά η συμβολή τους κα-
λύπτεται από τις συγγενείς εφημερίδες που ανταγωνίστηκαν μαζί τους και τελικά
τις αναπλήρωσαν όταν αυτές σταμάτησαν, όπως ο Π. Κ. του Σίδνεϊ και ο Ν. Κ. της
Μελβούρνης.
Μια σημαντική εξέλιξη στην περίοδο 1960–1975 είναι ότι η κατάσταση ενδο-
παροικιακών σχέσεων που διαμορφώθηκε ήταν περισσότερο πολωτική σε σχέση
με προηγούμενες περιόδους. Την περίοδο αυτή οι αιτίες διενέξεων ήταν ενδο-
παροικιακές (π.χ., το εκκλησιαστικό) και εξωπαροικιακές (π.χ., η πολιτική και η
δικτατορία στην Ελλάδα). Στο παρελθόν οι εφημερίδες συχνά διαφωνούσαν, για
παράδειγμα στο εκκλησιαστικό, αλλά εξέφραζαν ένα παρόμοιο κοινό εργατικής
και μέσης τάξης μικρομεσαίων εμπόρων ή ατόμων που φιλοδοξούσαν να μπουν
σ’ αυτή την ομάδα. Στην περίοδο 1960–1975 η πόλωση ήταν πολιτική και άγγιζε
πολλά, όχι μόνο ένα παροικιακό ζήτημα. Στην περίοδο που εξετάζουμε οι εφημε-
ρίδες που υποστήριζαν την Αρχιεπισκοπή στο εκκλησιαστικό, υποστήριζαν τη
Μοναρχία και τη δεξιά στην Ελλάδα και μετά το 1967 υποστήριζαν τα προξενεία
και τη στρατιωτική δικτατορία ή αλλιώς “εθνική κυβέρνηση”, όπως αυτοαποκα-
λούνταν. Υποστήριζαν επίσης τα κόμματα του Συνασπισμού στην Αυστραλία.
Μια κάποια πιο ελαστική επαμφοτερίζουσα γραμμή είχε το συγκρότημα Σκάλκου
που εξέδωσε τη Νέα Πατρίδα το 1966 και τελικά αγόρασε και τον Πανελλήνιο
Κήρυκα.
Στο δεξιό παροικιακό τύπο της περιόδου, όπως διαφαίνεται από την πολιτική
τους και τις θέσεις τους στα διάφορα ζητήματα, θα τοποθετούσαμε τις εφημερίδες
Εθνικό Βήμα του Σίδνεϊ, και Φως και Πυρσός της Μελβούρνης. Στις δημοκρατι-
κές ή αριστερές εφημερίδες κατατάσσονται ο Νέος Κόσμος της Μελβούρνης και
ο Πανελλήνιος Κήρυκας του Σίδνεϊ, αν και για κάποιο διάστημα γύρω στο 1972
ενέδωσε στις πιέσεις περικοπών διαφημίσεων εταιριών που εξαρτούνταν από το
Προξενείο και άλλαξε τη στάση του.2
Η απαρχή της πρώτης παροικιακής διένεξης της περιόδου σημειώνεται με το
Παγκοινοτικό Συνέδριο του Σίδνεϊ του 1958 και τη δημιουργία της Ομοσπονδίας
Ελληνικών Ορθοδόξων Κοινοτήτων Αυστραλίας. Η Αρχιεπισκοπή δεν αναγνώ-
ρισε ποτέ την Ομοσπονδία Κοινοτήτων. Η διαφωνία εξελίχθηκε σε μια διαμάχη
Αρχιεπισκοπής – παλαιών Κοινοτήτων που ουσιαστικά ήταν μια διαμάχη εκπρο-
σώπησης της Παροικίας, ποιος θα μπορούσε να ομιλεί εξ ονόματος της Παροικίας
και να την αντιπροσωπεύει. Η διαμάχη πήρε βέβαια θεολογικές διαστάσεις και
δογματικό χαρακτήρα λόγω του ότι η Αρχιεπισκοπή αφαίρεσε τους ιερείς μερικών
διαφωνουσών Κοινοτήτων και δεν αναγνώριζε την κανονικότητα των ιερέων που
προσλάμβαναν. Οπωσδήποτε υπήρχε η δογματική χροιά αλλά η διαφωνία ξεκίνη-
σε από τη μη αναγνώριση από την Αρχιεπισκοπή της Ομοσπονδίας Κοινοτήτων
και του Κοινοτικού συστήματος, όπως αυτό λειτουργούσε στην Αυστραλία από
την ίδρυση των Κοινοτήτων μέχρι το 1958. Οι διαφωνούσες και απείθαρχες Κοι-
νότητες επιχειρηματολογούσαν ότι ο αγώνας τους ήταν για δημοκρατικές διαδι-
κασίες και δημοκρατική αντιπροσώπευση της Παροικίας.
Η διαμάχη επεκτάθηκε λόγω του ότι ο Ελληνοαυστραλιανός τύπος πήρε διά-
φορες θέσεις πάνω στο θέμα των εκκλησιαστικών διαφωνιών. Άλλες εφημερίδες
υποστήριζαν την Αρχιεπισκοπή και άλλες τη θέση των Κοινοτήτων. Μια άλλη
εξέλιξη της διαφωνίας ήταν ότι διαμορφώθηκε σε μια διαμάχη μεταξύ συντηρη-
τικών και δημοκρατικών απόψεων, διαδικασιών και πρακτικών. Η Αρχιεπισκοπή
δημιούργησε πολλές μικρές Κοινότητες, με περιορισμένο χώρο δράσης, που λει-
τουργούσαν ως ενορίες εντός μιας περιοχής, με μια εκκλησία και συνήθως απο-
γευματινό σχολείο.
Γύρω στο 1964 οι αποσχισθείσες από την Αρχιεπισκοπή Κοινότητες επιχείρη-
σαν να δημιουργήσουν ανεπιτυχώς μια ανεξάρτητη Αρχιεπισκοπή με τον πρώην
επίσκοπο Πάφου Φώτιο Κουμίδη (Τσιγκρής, 1992:44), αλλά το πείραμα δεν κρά-
τησε πολύ. Μετά το 1966 αρχίζει πιο ενεργός διάλογος μεταξύ Αρχιεπισκοπής και
αποσχισθεισών Κοινοτήτων για κάποια προσέγγιση και ο Ιεζεκιήλ με τον εκπρό-
σωπο των Κοινοτήτων και Πρόεδρο της Κοινότητας Μελβούρνης Δημ. Ελεφάντη
επισκέφτηκαν για συζητήσεις το 1968 το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη.
Οι διαπραγματεύσεις πέρασαν από διάφορα στάδια αλλά τελικά μόνο η Κοινότη-
τα Μελβούρνης επέστρεψε στην Αρχιεπισκοπή στο τέλος του 1970.
Η παροικιακή διάσπαση συνεχιζόταν με τις ίδιες διαφωνίες όταν τον Απρίλιο
του 1967 επιβλήθηκε στην Ελλάδα η στρατιωτική δικτατορία. Τότε η διαμάχη
οξύνθηκε περισσότερο. Σε γενικές γραμμές, από τη μια οι δυνάμεις και οι παρά-
γοντες της Αρχιεπισκοπής συντάχτηκαν με την “εθνική επανάσταση”, όπως αυτο-
αποκαλούνταν η στρατιωτική δικτατορική κυβέρνηση της Ελλάδας και φυσικά
με τα προξενεία που τότε αντιπροσώπευαν τη δικτατορία, και από την άλλη οι
διαφωνούσες Κοινότητες ήταν πιο υποστηριχτικές προς τις ομάδες που εναντι-
ώνονταν στη Δικτατορία. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιεζεκιήλ επισκέφτηκε τους ηγέτες
του Δικτατορικού καθεστώτος και διατηρούσε μαζί του φιλικές σχέσεις και αυτό
όξυνε το χάσμα με τους επικριτές του. Η διαμάχη αντικατοπτριζόταν στις εφη-
μερίδες που υποστήριζαν την Αρχιεπισκοπή και τα προξενεία ή τις αντίθετες
που υποστήριζαν τις Κοινότητες και την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην
Ελλάδα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιεζεκιήλ εναντιώθηκε στη δημιουργία του οργανισμού
της Αυστραλοελληνικής Κοινωνικής Πρόνοιας της Μελβούρνης αλλά το ίδιο
συνέβηκε και με το τότε Διοικ. Συμβούλιο του Δημ. Ελεφάντη, της Κοινότητας
Μελβούρνης.3 Ο Ιεζεκιήλ επίσης εναντιώθηκε και στην εισαγωγή των Νέων Ελ-
ληνικών στα πανεπιστήμια της Αυστραλίας. Σε επιστολές του σε παράγοντες της
στρατιωτικής κυβέρνησης της Αθήνας υποστήριζε ότι στα αυστραλιανά πανεπι-
στήμια υπάρχει ασυδοσία και αριστερισμός και τυχόν ανάληψη διδακτικού έργου
στα Αυστραλιανά γυμνάσια από πτυχιούχους αυτών των προγραμμάτων θα οδη-
γούσε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις:
... Κατόπιν φοβούμαι ότι με την ασυδοσίαν η οποία υπάρχει εις όλους τους τομείς
της ζωής της Αυστραλίας και εις την εκπαίδευσιν και με τον αριστερισμό ο οποίος
έχει εισέλθει εις πολλά εκ των Πανεπιστημίων δυνατόν το κέντρον αυτό να αποβή
εις βλάβην, διότι οι καθηγηταί αυτοί της ελληνικής γλώσσης εν τοις γυμνασίοις της
Αυστραλίας, θα δύνανται να εκλέγουν μόνοι των τους Έλληνες συγγραφείς των
οποίων τα έργα θα διδάσκουν, οπότε ούτοι θα είναι πάντοτε της προτιμήσεώς των και
προσκείμενοι εις τα ιδικά των φρονήματα... [...] Την άποψίν μου ταύτην δεν τολμώ να
εισηγηθώ βεβαίως, ούτε εις τους ενταύθα κινηθέντας ήδη δια την διδασκαλίαν της Ν.
Ελληνικής γλώσσης εν τοις Πανεπιστημίοις της χώρας αδελφούς, διότι δεν θα γίνω
καταληπτός παρ’ αυτών, υπάρχει δε κίνδυνος να παρεξηγηθώ πολύ και εκ των ενδια-
φερομένων Πανεπιστημίων... (Επιστολή Ιεζεκιήλ, 16.7.1970, Νέος Κόσμος, 5.3.1973:1).
Στις δυο επιστολές που στάλθηκαν το 1970 αλλά διέρρευσαν και δημοσιεύτηκαν
στο Νέο Κόσμο στις 5 και 8 Μαρτίου 1973 ο Ιεζεκιήλ πρότεινε όπως η Ελληνική
κυβέρνηση, αντί να ενισχύσει την Ελληνική στα Αυστραλιανά πανεπιστήμια, να
παρέχει έναν αριθμό υποτροφιών σε πτυχιούχους αυστραλιανών πανεπιστημίων
να επιμορφώνονται στην Ελληνική σε κάποιο ελληνικό πανεπιστήμιο και μετά να
μπορούν να διδάσκουν στην Αυστραλία. (ό.π. Δες επίσης σχόλιο εφημερίδας Ν. Κ.
8.3.1973:2).
Στη Μελβούρνη οι απόψεις του Αρχιεπισκόπου Ιεζεκιήλ δημιουργούσαν δια-
στάσεις και στο χώρο της Αρχιεπισκοπής. Ο κατ’ εξοχήν υποστηριχτής των αρχι-
επισκοπικών απόψεων ήταν ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κουρτέσης. Οι απόψεις
αυτές, όμως, δεν φαίνεται να συμμερίζονταν από το βοηθό επίσκοπο Αρίσταρχο
που συνεργαζόταν με την Επιτροπή Εράνου για την εισαγωγή των Ελληνικών στο
πανεπιστήμιο της Μελβούρνης καθώς και με την κίνηση μερικών επιστημόνων
της Μελβούρνης για τη δημιουργία της Αυστραλοελληνικής Κοινωνικής Πρό-
νοιας. Αυτός φαίνεται να ήταν ο κυριότερος λόγος που ο Ιεζεκιήλ μετέθεσε τον
Αρίσταρχο στην Πέρθη το 1972. Και που επίσης, το ίδιο διάστημα, εξεδίωξε την
Επιτροπή Εράνου για την εισαγωγή των Ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Μελ-
βούρνης, από το χτίριο της Αρχιεπισκοπής στη Μελβούρνη.
Η δεκαετία του 1960 ήταν η περίοδος της Λευκής Αυστραλίας, η πριν το 1972,
που επεδίωκε τη γρήγορη και αναντίρρητη αφομοίωση των μεταναστευτικών
ομάδων. Υπήρχαν ενεργά συστήματα παρακολούθησης των δύστροπων ή ύπο-
πτων μεταναστών, περιπτώσεις απελάσεων ή άρνησης βίζας και περισσότερες
περιπτώσεις μη παραχώρησης πολιτογράφησης σε ανεπιθύμητους μετανάστες.4
Από την άλλη πλευρά η πολιτική της γρήγορης αφομοίωσης δεν λειτουργού-
σε αποτελεσματικά και δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στις ανάγκες των
μεταναστών. Οι νέοι μετανάστες δεν γνώριζαν την Αγγλική γλώσσα και τον
τρόπο λειτουργίας του Αυστραλιανού συστήματος. Τα νοσοκομεία και οι άλλες
υπηρεσίες δεν διέθεταν διερμηνείς και πολλοί μετανάστες δοκίμαζαν προβλήματα
επικοινωνίας και υγείας. Τα παιδιά τους στα σχολεία αντιμετώπιζαν έντονα γλωσ-
σικά προβλήματα, ζούσαν σε δυο διαφορετικούς κόσμους, τον κόσμο του σπιτιού
και τον κόσμο του σχολείου και είχαν συχνά ελλιπή εκπαίδευση και στους δύο.
Κατά μέσον όρο, το Αυστραλιανό εκπαιδευτικό σύστημα τους οδηγούσε στην
αποτυχία και στο εργοστασιακό προλεταριάτο καθώς αναγκάζονταν ν’ αφήσουν
το σχολείο στο 15o έτος της ηλικίας τους με ελλιπή γλωσσική και εκπαιδευτική
κατάρτιση, χωρίς να γνωρίζουν επαρκώς ούτε την Αγγλική ούτε και τη μητρική
τους γλώσσα. Αλλά και όσοι κατόρθωναν να συνεχίσουν στο δεύτερο κύκλο της
δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (το Senior High School ή Λύκειο), δεν είχαν πολλές
πιθανότητες. Οι στατιστικές έδειχναν ότι από τις υποτροφίες που χορηγούνταν
στους απόφοιτους των Γυμνασίων για πανεπιστημιακές σπουδές η αναλογία για
μεταναστόπουλα και παιδιά Ελληνικής καταγωγής ήταν ελάχιστη. Το 1972, από
3,466 τέτοιες υποτροφίες που χορηγήθηκαν στη Βικτώρια μόνο 31 κερδίθηκαν
από παιδιά ελληνικής καταγωγής (ποσοστό 0,9% τη στιγμή που το πληθυσμιακό
ποσοστό υπολογιζόταν στο 3%). Ο Αντιπρόεδρος της Κοινότητας Μελβούρνης
και Πρόεδρος της Αυστραλοελληνικής Πρόνοιας Δρ Σπύρος Μωραΐτης τόνισε σε
δηλώσεις του ότι η αποτυχία αυτή οφειλόταν στις ελλείψεις των σχολείων των
φτωχών συνοικιών όπου διέμεναν οι μετανάστες και φοιτούσαν τα μεταναστό-
πουλα (Νέος Κόσμος, 15.1.1973:1).
Τα παιδιά των μεταναστών φοιτούσαν κυρίως στα εσωτερικά γυμνάσια των
μεγαλοπόλεων όπου υπήρχαν τα εργοστάσια αλλά τα σχολεία ήταν παλιά και
μικρά και ο μαθητικός πληθυσμός έντονα αυξημένος λόγω της μαζικής μετανά-
στευσης. Τα σχολεία δεν διέθεταν τους απαιτούμενους χώρους και την υποδομή
για τον αυξημένο μαθητικό πληθυσμό. Υπήρχαν μεγάλες τάξεις, έλλειψη αιθου-
σών και έλλειψη διδακτικού προσωπικού. Για παράδειγμα το 1973 στο Princess’s
Hill High School, ένα εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης με μεγάλο μαθητικό
πληθυσμό από μεταναστευτικές μειονότητες, ιδιαίτερα Ιταλούς και Έλληνες,
υπήρχαν μόνο 3,6 δάσκαλοι της Αγγλικής για τη διδασκαλία 308 μαθητών, μια
αναλογία 1 προς 85 μαθητές ενώ ο κανονισμός του Υπουργείου ήταν 1 προς 35.
Στο ίδιο σχολείο το 1971 το 62% των παιδιών αυστραλιανών οικογενειών περ-
νούσαν το μάθημα των Αγγλικών ενώ μόνο το 37% των παιδιών των μεταναστών.
Ας δούμε συνοπτικά τις περιπτώσεις των εφημερίδων χωριστά. Το Εθνικό
Βήμα το 1962 μεταβιβάστηκε από το Θάνο Νικολαΐδη στον Peter Aroney, έγινε
πιο συντηρητικό στις πολιτικές του απόψεις και στενότερα συνδεδεμένο με την
Αρχιεπισκοπή. Ο Πανελλήνιος Κήρυκας και μετά το βίαιο θάνατο του Αλέξαν-
δρου Γρίβα τον Ιανουάριο του 1963 εξακολούθησε μια φιλοκεντρώα και φιλο-
κοινοτική πολιτική στη δεκαετία του 1960, θέτοντας στην προμετωπίδα του το
σύνθημα της αντιμοναρχικής κεντρώας παράταξης στην Ελλάδα “Η Δημοκρατία
θα νικήση”. Στις 7 Οκτωβρίου 1965 ο Π. Κ. αποκαλύπτει μια μυστική αλληλογρα-
φία του Αρχιεπισκόπου Ιεζεκιήλ με την ελληνική ΚΥΠ., (Π. Κ. 7.10.1965:1). Ένα
προφητικό του σχόλιο είναι αυτό της 4ης Αυγούστου 1966 όπου με την ευκαιρία
των 30 χρόνων από την κήρυξη της Δικτατορίας Μεταξά κάνει κάτω από τη
φωτογραφία του Ιωάννη Μεταξά τη δυσοίωνη πρόβλεψη “όπoυ νάναι θα βρεθή
και ο εθνοσωτήρας...”:
4 Αυγούστου 1936 — 4 Αυγούστου 1966. Τριάντα χρόνια πέρασαν από την ημέρα
που ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς — ήδη πρωθυπουργός — με την δικαιολογία
του “κομμουνιστικού κινδύνου” και την ευλογία του βασιλέως Γεωργίου — θείου
του σημερινού Κωνσταντίνου — κήρυξε δικτατορία — στ’ αχνάρια των Μουσσολίνι
και Χίτλερ — για να “σώση το Έθνος”. Τον ίδιο κίνδυνο επικαλέστηκε ο βασιλεύς
Κωνσταντίνος για ν’ “απολύση” τον Γεωργ. Παπανδρέου και να “σαλαμοποιήση” την
Ε. Κ. [Ένωση Κέντρου] — και το Σύνταγμα. Ο “κομμουνιστικός κίνδυνος” κατήντησε
ο “μπαμπούλας” του ελληνικού λαού.. Σήμερα στην Ελλάδα βρίσκεται πάλι στο φόρτε
του απειλών τα πάντα και τους πάντας — να περνάη ο καιρός και να βολεύωνται οι
υμέτεροι. Όπου νάναι θα βρεθή και ο εθνοσωτήρας... (Π. Κ., 4.8.1966:1).
Όπως γράφει ο Τάκης Καλδής, ο Κήρυκας στη διάρκεια της Δικτατορίας, λόγω της
πολεμικής του προξενείου, αντιμετώπιζε προβλήματα διατήρησης των διαφημίσε-
ων και αναγκάστηκε να συμβιβάσει την πολιτική του και τελικά να πωληθεί στο
συγκρότημα του Σκάλκου (Καλδής, 2003:118).
Το συγκρότημα Σκάλκου είχε μια επαμφοτερίζουσα πολιτική. Συχνά βρισκό-
ταν σε κατάσταση φιλονικίας με το Ελεύθερο Βήμα του Αρώνη για την εύνοια της
δικτατορικής κυβέρνησης των Αθηνών (Νέος Κόσμος, 14.2.1972:1). Το 1973, όταν
ο Ανδρέας Παπανδρέου επισκέφτηκε την Αυστραλία, η Νέα Πατρίδα προσπάθησε να πάρει την αποκλειστικότητα της πρωτοβουλίας και όταν αυτό δεν έγινε δεκτό
κινήθηκε κατά της επίσκεψης και των ατόμων και οργανώσεων που οργάνωσαν
την επίσκεψη, (π.χ., δες Μαρία Πολίτη, Ν. Π. 12.4.1974:3). Το συγκρότημα Σκάλ-
κου, κόντρα στο φιλοεργατικό ρεύμα της Ελληνικής παροικίας της περιόδου ήταν
κατά των Εργατικών και του Ουίτλαμ στις εκλογές του 1972 και 1974.
Το Φως ήταν η παλιά ακροδεξιά εφημερίδα που πρωτοκυκλοφόρησε στη Μελ-
βούρνη το 1936. Ο ιδιοκτήτης και διευθυντής της Ιωάννης Παναγιωτόπουλος
ήταν παλιός πολεμιστής και φανατικός αντικομμουνιστής. Η εφημερίδα του τον
περισσότερο καιρό φυτοζωούσε αλλά ήταν πάντα συνεπής στις ακραίες ιδέες της:
“Η πολιτική της εφημερίδος Φως υπήρξε και είναι μία και αμετάβλητη, αγνοούσα
συμβιβασμούς και υποχωρήσεις”, έγραφε το 1968 με την ευκαιρία των 33 χρόνων
της κυκλοφορίας του.
Οι Μωραΐτης και Ζυγούρας που το 1971 με άλλους επιστήμονες της Μελβούρ-
νης επεδίωκαν την ίδρυση της “Αυστραλοελληνικής Κοινωνικής Πρόνοιας” χαρα-
κτηρίστηκαν από το Φως “γνωστοί κομμουνισταί με πλουσιωτάτην αντεθνικήν
δράσιν” (24.3.1971). Σχεδόν σ’ όλη την περίοδο υπέβοσκε σφοδρή διαμάχη μεταξύ
του Φωτός και του Πυρσού. Το Φως στράφηκε κατά των παλιότερων φίλων του,
Ιεζεκιήλ και Κουρτέση, που γύρω στο 1970 προσέγγισαν περισσότερο, την άλλη
δεξιά εφημερίδα, τον Πυρσό. Το 1971 το Φως κατηγόρησε τον Ιεζεκιήλ ότι δέχτηκε
να συνεργαστεί με άτομα που επεδίωκαν τη δική τους προβολή, όπως ο Ιερόθεος
Κουρτέσης. Αποκαλύπτει ότι παλιότερα τα γραφεία του χρησιμοποιούνταν για
το συντονισμό του αγώνα κατά των αντιδικτατορικών και αντιαρχιεπισκοπικών
ομάδων της Παροικίας:
Τα γραφεία της εφημερίδος Φως μεταβλήθηκαν σε στρατηγικό επιτελείο αντιμετωπί-
σεως της δράσεως των Αριστερών. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιεζεκιήλ, ο Πρόξενος Σκουρο-
λιάκος, ο αείμνηστος Ανδρεόπουλος, ο Κουρτέσης συνεδρίαζαν τακτικά τα βράδυα και
κατέστρωναν σχέδια επί σχεδίων καταπολεμήσεως των Αριστερών (26.5.1971:10).
Παρά την αντι-αριστερή του πολιτική, το Φως υποστήριξε την προσπάθεια του
εράνου για την εισαγωγή των Ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και
όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιεζεκιήλ στράφηκε κατά του εράνου, το Φως επέκρινε την
ενέργεια του Αρχιεπισκόπου. Στις 2 Φεβρουαρίου 1972 η εφημερίδα πληροφόρησε
τους αναγνώστες της ότι ο διευθυντής της Ιωάννης Παναγιωτόπουλος τραυμα-
τίστηκε σε τροχαίο ατύχημα. Υπέκυψε από το ατύχημα στις 29 Μαρτίου 1972. Η
εφημερίδα συνεχίστηκε για μερικούς ακόμη μήνες με διαφορετικούς διευθυντές
αλλά σύντομα αναγκάστηκε να σταματήσει την έκδοσή της.
Ο Νέος Κόσμος κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 1957 ως
η εφημερίδα της Αριστεράς. Ήταν συνεπής στην πολεμική της κατά της ελληνι-
κής δεξιάς, κατά της Αρχιεπισκοπής, κατά της στρατιωτικής δικτατορίας στην
Ελλάδα, κατά των κυβερνήσεων του συνασπισμού στην Αυστραλία, υπέρ των
απαιτήσεων των εργατικών ενώσεων και των μεταναστευτικών αιτημάτων, υπέρ
του Κοινοτικού θεσμού και του Εργατικού Κόμματος. Ωφελήθηκε αρκετά με το
Fifis, Christos N. 2007. Ο Ελληνοαυστραλιανός Τύπος της περιόδου 1960–1975: Πόλωση, δύσκολες προσαρμογές και σταδιακή εκτόνωση, κλείσιμο των Νέων στη Μελβούρνη περί το τέλος της δεκαετίας του 1960 και τις νίκες των Εργατικών του Ουίτλαμ το 1972 και 1974 και κινήθηκε από το χώρο της Κεντροαριστεράς προς το Κέντρο. Αργότερα με το κλείσιμο του Φωτός και του
Πυρσού και τη συντηρητικοποίηση της Ελληνοαυστραλιανής παροικίας κινήθηκε
προς το χώρο της κεντροδεξιάς καταλαμβάνοντας το κενό που άφησαν οι άλλες
εφημερίδες. Έφερνε τακτικά στη δημοσιότητα τα προβλήματα και τις υποβαθ-
μισμένες συνθήκες που αντιμετώπιζαν τα μεταναστόπουλα στα σχολεία και το
Μάρτη του 1973 έφερε στη δημοσιότητα δυο επιστολές του Ιεζεκιήλ από το 1970
προς παράγοντες του στρατιωτικού καθεστώτος της Αθήνας όπου επιχειρηματο-
λογούσε εναντίον της εισαγωγής των Ελληνικών στα Αυστραλιανά πανεπιστήμια.
Στις εκλογές της Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτώριας του 1972 ο Νέος Κόσμος
κινήθηκε κατά του συνδυασμού του Δημ. Ελεφάντη, τον οποίο προηγουμένως
υποστήριζε σ’ όλη του τη θητεία από το 1962. Το 1972 υποστήριξε τις αλλαγές
του Δ. Σ. του Ανδρέα Σκρινή, την ίδρυση της “Αυστραλοελληνικής Κοινωνικής
Πρόνοιας” και την κίνηση του εράνου για την εισαγωγή των Ελληνικών στο πανε-
πιστήμιο της Μελβούρνης.
Ο Πυρσός εκδόθηκε το 1958 και κυρίως στην αρχή ανταγωνιζόταν το Νέο
Κόσμο. Αρχικά ήταν υπέρ του Εργατικού Κόμματος και υπέρ των κυβερνήσεων
της ημέρας στην Ελλάδα. Στο εκκλησιαστικό ζήτημα υποστήριζε την πολιτική
της Αρχιεπισκοπής. Το 1965 η υποστήριξή του μετακινήθηκε από την Ένωση
Κέντρου προς το βασιλιά Κωνσταντίνο και τις κυβερνήσεις των αποστατών της
Ένωσης Κέντρου, Νόβα, Τσιριμώκου και Στεφανόπουλου. Όταν το 1967 επικράτη-
σε η δικτατορία μετακινήθηκε προς εκείνο το χώρο, δημοσιεύοντας την περίφημη
φωτογραφία του Κωνσταντίνου εν μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου της “Εθνι-
κής Κυβερνήσεως” και την “κοσμοπλημμύρα” που συγκεντρωνόταν στο Προ ξενείο
να υπογράψει τα βιβλία συγχαρητηρίων προς τον Κωνσταντίνο επί τη ονομαστική
του εορτή και για το ότι όρκισε την “εθνική κυβέρνηση”, (Πυρσός, 26.5.1967:1). Από
το 1965 στράφηκε κατά του Εργατικού κόμματος. Άρχισε, επίσης, έντονο αντα-
γωνισμό με την άλλη δεξιά εφημερίδα της Μελβούρνης, το Φως, που το 1966 το
κατηγορεί για “ξαναμωράματα”, ένας υπαινιγμός για την άκαμπτη συντηρητικό-
τητα και γεροντική ηλικία του διευθυντού του, Ιωάννη Παναγιωτόπουλου. Φυσι-
κά πάντοτε στρεφόταν κατά της Αριστεράς, του Δημόκριτου και του “κόκκινου
φερεφώνου του”, το Νέο Κόσμο. Το 1967 δικαιολογεί την ανάγκη της επιβολής της
στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα παραθέτοντας έμμεσα την προπαγάνδα
του Υπουργείου Τύπου του καθεστώτος:
Αισυγκεντρώσεις συμμοριτών προκάλεσαν την επανάστασιν. Περισσότεροι από
100.000 Έλληνες κομμουνιστοσυμμορίται, εκπαιδευθέντες εις τας χώρας του Παραπε-
τάσματος επεσημάνθησαν παρά τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος, κατά τας παραμονάς
της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου. Εις την εντυπωσιακήν αυτήν αποκάλυψιν
προβαίνει η επίσημος βελγική εφημερίς Λιμπρ Μπελζίκ, προσθέτουσα ότι “η κομμου-
νιστική απειλή προκάλεσε την επέμβασιν του στρατού” (9.6.1967:1).Οι εκτοπισμένοι αντιδικτατορικοί στην Ελλάδα, για τους οποίους έκαναν συχνά
εκκλήσεις διάφορες διεθνείς οργανώσεις, παρουσιάζονταν από τον Πυρσό που
απηχούσε τη δικτατορική προπαγάνδα, ως “παραθερισταί”:
Εκτοπισμένοι ή παραθερισταί εις τας εγκαταστάσεις της Λέρου; [...] Δηλαδή οι περι-
βόητοι εκτοπισμένοι, όχι μόνο δεν υφίστανται “βασανιστήρια”, αλλά παραθερίζουν
μακαρίως (13.10.1967:1).
Το Νοέμβριο του 1967 δημιουργήθηκε στην Αυστραλία η υπόθεση Νικολαΐδη, του
πρώην Προέδρου της Νεολαίας της Ένωσης Κέντρου που βρισκόταν στο εξωτε-
ρικό όταν επιβλήθηκε η δικτατορία και καλέστηκε για αντιδικτατορικές ομιλίες
στην Αυστραλία από την ΕΑΔΕ (Επιτροπή της Μελβούρνης για την Αποκατάστα-
ση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα). Ο Υπουργός Μετανάστευσης Bill Snedden δεν
του χορήγησε βίζα και δεν επέτρεψε την επίσκεψη. Ο Πυρσός δημοσίευσε ανακοί-
νωση 15 Ελληνικών Ορθοδόξων Κοινοτήτων της Μελβούρνης (Κοινότητες της
Αρχιεπισκοπής) που ευχαριστούσαν τον Υπουργό. Το Δεκέμβριο του 1967 η εφημερίδα αναφέρει τον τιμητικό διορισμό, από τη στρα τιωτική δικτατορία, του Θησέα Μαρμαρά (πρώην Προέδρου της Κοινότητας Μελ βούρνης και Βικτώριας αλλά μετά το 1962 Αντιπροέδρου του κλιμακίου Μελ-
βούρνης του Μικτού Συμβουλίου της Αρχιεπισκοπής), ως Επίτιμου Εμπορικού
Ακολούθου της Ελλάδας στην Αυστραλία. Το 1969 ο Πυρσός άλλαξε διεύθυνση
και επίσης ξανά το 1972 και 1973. Τελικά το 1973 ο Πυρσός σταμάτησε και, ελπίζο-
ντας ν’ αυξήσει την κυκλοφορία του, μετασχηματίστηκε με νέα διεύθυνση σε άλλη
εφημερίδα, την Ελλάδα, που απευθυνόταν περισσότερο προς το μέσο παροικιακό
χώρο. Μετά το 1972 παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις στην Ελληνική
πα ροικία οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις γενικότερες αλλαγές που διαμορφώνο-
νται με την αποδοχή της πολιτικής της Πολυπολιτισμικής Αυστραλίας. Βαθμηδόν
παρατηρούμε μια παγίωση των ελληνοαυστραλιανών εφημερίδων αλλά και μια
πτώση της επιρροής του δεξιού τύπου. Η πτώση αυτή έχει αρχίσει από το 1967 και
γίνεται πιο εμφανής μετά το 1972, μολονότι η πολιτική της Αρχιεπισκοπής μετά
το 1965 θεωρείται επιτυχής σ’ όλες τις Πολιτείες και η επιτυχία αυτή αντικατο-
πτρίζεται στο μεγάλο αριθμό νέων μικρών Κοινοτήτων, ναών και αριθμού ιερέων.
Μολονότι η πλειοψηφία των Ελληνοαυστραλών ακολουθεί την Αρχιεπισκοπή,
δεν φαίνεται να εγκρίνει το δικτατορικό καθεστώς της Αθήνας που η Αρχιεπι-
σκοπή το υποστηρίζει, ούτε τις ελληνόφωνες φιλοδικτατορικές εφημερίδες της
Αυστραλίας που επίσης υποστηρίζουν την Αρχιεπισκοπή και τα Προξενεία. Το
Φως έκλεισε το 1972 και το 1973 έκλεισε ο Πυρσός και οι δυο ύστερα από μερικές
αλλαγές του καθεστώτος τους ιδιοκτησίας και διεύθυνσης. Πιθανόν, αν ο ολιγαρ-
κής Παναγιωτόπουλος επιζούσε του ατύχηματός του το 1972 να μπορούσε να
επιβιώσει για μερικό διάστημα και το Φως του, το οποίο πάντα επιβίωνε με λίγους
αναγνώστες. Το κλίμα που διαμορφωνόταν, όμως, μετά το 1974, μετά το πραξικό-
πημα στην Κύπρο και την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα ήταν εντελώς δια-
φορετικό. Το κοινό των εφημερίδων αυτών δεν το προσέλκυσε κάποια καινούργια
εφημερίδα, μολονότι έγιναν κάποιες απόπειρες, π.χ., η μετασχηματισμένη Ελλάδα.
Τελικά προσελκύστηκε από τις ήδη υπάρχουσες, όπως ο Πανελλήνιος Κήρυκας και
η Νέα Πατρίδα που κινήθηκαν σε πιο συντηρητικές γραμμές και από το Νέο Κόσμο
που ξεκίνησε από την Αριστερά αλλά στην πορεία προχώρησε προς το κέντρο και
προσέλκυσε το κοινό των Νέων και βαθμηδόν προς την κεντροδεξιά προσελκύο-
ντας ένα μέρος του κοινού που υποστήριζε το Φως και τον Πυρσό. Θα μπορούσε
να ειπωθεί ότι η δικτατορία έσπρωξε το παροικιακό κοινό προς το Κέντρο και
την Αριστερά. Συντέλεσαν σ’ αυτό οι επισκέψεις στην Αυστραλία του Μίκη Θεο-
δωράκη το 1972 και του Ανδρέα Παπανδρέου το 1974 καθώς και η εισβολή των
Τούρκων στην Κύπρο και η πτώση της Χούντας στην Ελλάδα. Συντέλεσε επίσης η
εμφάνιση ενός νέου ήρωα των Ελλήνων της Αυστραλίας στο χώρο της κεντροα-
ριστεράς, του Εργατικού Ομοσπονδιακού Πρωθυπουργού Γκοφ Ουίτλαμ.
Ο Ιεζεκιήλ παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1974 και το Φεβρουάριο του 1975
νέος Αρχιεπίσκοπος τοποθετήθηκε ο Στυλιανός Χαρκιανάκης. Μολονότι για
πολ λές δεκαετίες μετά η εκκλησιαστική φιλονικία εξακολουθεί να υπάρχει, έπαψε
όμως να συνεχίζεται με την ένταση και το φανατισμό της περιόδου 1960–1975.
Μετά την πτώση του Ουίτλαμ, στο τέλος του 1975, αρχίζει μια βαθμιαία συντη-
ρητικοποίηση της Ελληνικής παροικίας η οποία αντικατοπτρίζεται επίσης στον
Ελληνοαυστραλιανό τύπο της μετέπειτα περιόδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: