Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Τα μουρτατοχώρια της Ηλείας (συνεργασία του Ορεσίβιου)


Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2012


Με χαρά παρουσιάζω σήμερα μια συνεργασία του φίλου Ορεσίβιου, που μιλάει για ένα όχι και πολύ γνωστό θέμα της ελληνικής ιστορίας, τα μουρτατοχώρια, τα χωριά δηλαδή που κατοικούνταν από “μουρτάτες”, αλλαξόπιστους δηλαδή. Βέβαια, τα μουρτατοχώρια δεν είναι τελείως άγνωστη υπόθεση· για παράδειγμα, αναφορά υπάρχει στα άπαντα του Κολοκοτρώνη, με επεξήγηση ότι είναι χωριά “όπου Τούρκοι πανδρεύονται με χριστιανές”. Ωστόσο, το καινούργιο που φέρνει η έρευνα του Ορεσίβιου είναι ότι, κατά την άποψή του, που ακούγεται πολύ πειστική, τα συγκεκριμένα μουρτατοχώρια της επαρχίας Ολυμπίας δεν αλλαξοπίστησαν επί Τουρκοκρατίας αλλά φτιάχτηκαν τουλάχιστον δυο αιώνες νωρίτερα, από Σελτζούκους μισθοφόρους, φερμένους εκεί τον 13ο αιώνα από τον δομέστικο Κωνσταντίνο, τον αδελφό του βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου, για να πολεμήσουν τους Φράγκους. Το θέμα είναι βέβαια λίγο άβολο γιατί πάει κόντρα στον μύθο της υποτιθέμενης καθαρότητας της φυλής. Αλλά δίνω τον λόγο στον Ορεσίβιο, χωρίς άλλες δικές μου παρατηρήσεις (έχω μια αμφιβολία για την ετυμολογία της λέξης μουρτάτης).

μουρτατοχώρια (τα):  Μουρντατοχώρια – όπως τα αποκαλούσαν οι ντόπιοι – λέγονταν επί Τουρκοκρατίας, μια ενότητα πέντε χωριών της νυν επαρχίας Ολυμπίας, που βρίσκονταν νότια του Αλφειού, ανατολικά και δυτικά του παραπόταμού του, της Κόβιτσας. Μουρτατοχώρια θεωρούνταν και άλλα μεμονωμένα χωριά της επαρχίας αυτής. Θα ασχοληθούμε όμως μόνο μ’ αυτά τα πέντε χωριά, για να αποδείξουμε ότι η ιστορία δεν ξεκινάει επί Τουρκοκρατίας – όπως ισχυρίζονται όλοι οι ιστορικοί που έχουν ασχοληθεί με το θέμα – αλλά διακόσια χρόνια νωρίτερα, επί Φραγκοκρατίας.
Η λέξη μουρτάτης, προέρχεται από την τουρκική λέξη murdar= βρόμικος. Μεταφορικά όμως σήμαινε μιαρός, μαγαρισμένος, βέβηλος, αρνησίθρησκος, αποστάτης, αλλαξόπιστος.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, όταν ο Ομέρ Βρυώνης ζήτησε από τον Αθανάσιο Διάκο να γίνει Τούρκος, εκείνος του απάντησε:
- “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστη σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω….»

Το χωριό μου (Διάσελλα Ολυμπίας, παλιό όνομα Μπρουμάζι) βρίσκεται εντός του «κύκλου» των μουρντατοχωρίων. Σε δυο περιοχές του, την Κουτσουχέρα και του Ζουνάτου, που βρίσκονται περίπου δυο χιλιόμετρα έξω από το χωριό, είχαν τους δικούς τους οικισμούς οι μουρντάτες.
Μικρός, άκουγα τους λίγους εγγράμματους του χωριού μου, να αναφέρονται στις λέξεις μουρντατοχώρια και μουρντάτης. Ένας πρώην δικολάβος μάλιστα, ο οποίος σκάλιζε τα παλιά κιτάπια, καλούσε στο τραπέζι του, στο καφενείο, κάποιους που είχαν επώνυμο Γκιάχος ή Λέφας ή Κασίμης κι αφού τους κερνούσε καφέ, εξαγοράζοντας έτσι την ακρόασή τους και την ανοχή τους, άρχιζε τις ιστορίες: «Εσύ μάτι μου, ξέρεις ότι ο παππούλης σου ήτανε μουρντάτης;    Το επώνυμο που έχεις,  Γκιάχος,  σου φαίνεται ελληνικό; Σελτζούκος Τούρκος ήτανε ο παππούλης σου… Κι εσύ καλφούδι μου, μη γελάς. Κι ο δικός σου παππούλης, ο γερο-Λέφας, μουρντάτης ήτανε κι αυτός… Δηλαδή, μάτια μου, εσείς δεν ξέρετε ούτε «από πού κρατάει η σκούφια σας!», που λέμε. Ούτε σεις, ούτε οι Καραλήδες, ούτε οι Σεφερλήδες, ούτε οι Τζαμαλήδες, ούτε οι Ρετζέπηδες…».

Σαν καφενόβιο παιδί που ήμουνα (τις τρεις από τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής τις έμαθα, όχι στο σχολείο αλλά, λογαριάζοντας τις μπάζες και τα καπίκια των πρεφαδόρων), άκουγα αυτές τις ιστορίες και  προσπαθούσα να καταλάβω αν είχαν σχέση με την ιστορία ή ήσαν όλα μυθολογία.
Επί σειρά ετών, προσπαθούσα μέσα από ιστορικά κείμενα που διάβαζα, να κατανοήσω τον τρόπο της συνύπαρξης Τούρκων και Ρωμηών, χριστιανών και μουσουλμάνων, κατακτητών και ραγιάδων, στον τόπο που γεννήθηκα. Να κατανοήσω πως ακριβώς δημιουργήθηκαν τα «μουρντατοχώρια», τη στιγμή μάλιστα που κάτι παλιοχώραφα που είχαμε, στην Κουτσουχέρα βρίσκονταν, στη μουρντατοπεριοχή του χωριού.
Αυτά που γράφουν οι ιστορίες, με διάφορες μικροδιαφορές μεταξύ τους, καταλήγουν στο συμπέρασμα πως μουρτατοχώρια ήσαν χωριά που επί Τουρκοκρατίας οι Ρωμηοί κάτοικοί τους γίνανε μουσουλμάνοι. Υπάρχουν επίσης και κάποιες αποσπασματικές αναφορές, ότι μερικοί Τούρκοι,  παντρεύονταν Χριστιανές και στο αγόρι που γεννούσαν  έδιναν μουσουλμανική ανατροφή, ενώ στο κορίτσι χριστιανική. Και πως όλους αυτούς οι Τούρκοι (αλλά και οι Ρωμηοί) τους αποκαλούσαν μουρτάτες και τα χωριά τους μουρτατοχώρια. Αλλά, μου φαινόταν κάπως μπερδεμένο και ασαφές το όλο ζήτημα, κυρίως όσον αφορούσε στα μουρντατοχώρια της περιοχής μου.
Άρχισα κάποτε να σκαλίζω το θέμα από πολλές πηγές. Και συνέχισα να σκαλίζω κατά τακτά χρονικά διαστήματα, υπομονετικά. Λέω «υπομονετικά» γιατί δε θέλω να χρησιμοποιήσω τη λέξη μεθοδικά, επειδή  δεν είμαι ιστορικός και δεν ξέρω αν νομιμοποιούμαι να βάλω αυτή τη λέξη στο στόμα μου. Διαπίστωσα πάντως, πως διάφοροι συγγραφείς που αναφέρονται στο θέμα, δεν έχουν επισημάνει πολλά πράγματα. Μεταξύ άλλων, δε φαίνεται να έχουν πολυψάξει σε πρωτογενείς πηγές και δεν έχουν δώσει τη δέουσα προσοχή σε πληθώρα στίχων του Χρονικού του Μορέως και του Αραγονικού Χρονικού.
Ας βάλουμε λοιπόν τα πράγματα στη σωστή τους σειρά.
Τα «μουρντατοχώρια» – σύμφωνα με τα δικά μου σγαρλίσματα βιβλίων και παλιών εγγράφων –  έχουν τις μακρινές ρίζες τους, στο βυζαντινό Δρόγγο των Σκορτών (κατά άλλες πηγές Σκλαβών, Σκοδρών, Σλάβικων). Δρόγγος αρχικά σήμαινε δασώδης περιοχή. Σε επέκταση οι δρόγγοι ή δρούγγες ήταν διοικητικές υποδιαιρέσεις ορισμένων «θεμάτων» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι διοικητές τους ονομάζονταν δρογγάριοι. Ήταν κάτι αντίστοιχο με τα καπετανίκια της Μικράς Ασίας. Δρογγάριος στη Μακεδονία ήταν κι ο πατέρας των αδελφών Κύριλλου και Μεθόδιου. Δρογγάριος λέγεται πως ήταν κι ο Ιωάννης Ζωναράς, η σημαντική αυτή προσωπικότητα του Βυζαντίου, επί αυτοκρατορίας Κομνηνών.
Ο Δρόγγος των Σκορτών (ή μήπως Σκοδρών, δηλαδή αγροτοποιμένων που κατέβηκαν από τη Σκόδρα τον 8ο αιώνα, μαζί με τους Μιλιγούς και Εζερίτες που πήγαν στην Τσακωνία;) περιελάμβανε μέρος των  σημερινών επαρχιών Ολυμπίας, Τριφυλίας, Γορτυνίας και Μεγαλοπόλεως. Η γεωγραφική αυτή ενότητα, αποτελεί και σήμερα μια αδιάσπαστη ενότητα με κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Έχει κοινή πορεία και κοινή μοίρα μέσα στους αιώνες, από την αρχαία εποχή, που την κατοικούσαν οι Καύκονες, οι Πύλιοι και οι Πισάτες, έως σήμερα.
Τα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄Κομνηνού (1081 – 1118), πολλές οικογένειες από την Κωνσταντινούπολη ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, λαμβάνοντας «πρόνοιες» με χρυσόβουλα του 1082. Πολλά ονόματα χωριών, έχουν τα ονόματα των βυζαντινών αρχόντων, που εγκαταστάθηκαν στα Σκορτά : Μάτεση, Λάβδα, Σκλήβα, Κάρμη, Σέκουλα, Μπελούση, Μπάρτζη κ.α.
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, σήμανε και η σταδιακή διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αλλά η κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Φράγκους έγινε σταδιακά και σε μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Το 1209, ο Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουΐνος, έλεγχε κάποιες περιοχές της Πελοποννήσου και  αναγορεύτηκε  «Πρίγκιπας του Μοριά» κάνοντας πρωτεύουσα του πριγκιπάτου την Ανδραβίδα.  Αλλά οι περισσότερες περιοχές του Μοριά, ήσαν ακόμα σχεδόν αναρχοκρατούμενες.  Ιδιαίτερα το κακοτράχαλο μέρος των Σκορτών και οι σκληροτράχηλοι κάτοικοί του, και αντιστάθηκαν σθεναρά στην αρχή και ξεσηκώθηκαν πολλές φορές στη συνέχεια.  Παρ’ ότι όμως δεν τις έλεγχε ο Γοδεφρείδος, συγκάλεσε «κούρτη» (συνέλευση των βαρόνων) στην Ανδραβίδα και μοίρασε όλο το Μοριά σε 12 βαρονίες. Ο δρόγγος των Σκορτών αποτέλεσε βαρονία της Καρύταινας και δόθηκε στο βαρόνο  Ούγκο ντε Μπρυγιέρ. Τη συγκροτούσαν είκοσι δύο τιμάρια (δηλαδή φέουδα, σύμφωνα με το παλιό σύστημα).
Το κάστρο της Καρύταινας, χτίστηκε αργότερα, το 1259. Διαβάζουμε στο Χρονικό του Μορέως:
«…Μισίρ Ντζεφρέ τον έλεγαν, το επίκλην Ντε Μπριέρες,
όπου ήτο αφέντης των Σκορτών, του δρόγγου και του τόπου,
κάστρον εποίησεν αφιρόν, όμορφον δυναμάριν».
Ήταν πράγματι επιβλητικό κι αργότερα ονομάστηκε και  «Τολέδο του Μοριά».
Οι συνεχείς εξεγέρσεις των Σκορτών, ανάγκασαν το Βιλλεαρδουΐνο να στείλει πολλές φορές στρατιωτική βοήθεια από την Ανδραβίδα, για να ενισχύσει τον τοπικό βαρόνο.
«…Τους κεφαλάδες έκραξεν όλου του του φουσσάτου
βουλήν επήρασιν ομού το πόθεν να σεβούσιν
στο δρόγγο εκείνο των Σκορτών, διατί είν’ σκληροί οι τόποι
από βουνία κι έμπατα κι από σκληρές κλεισούρες…».
(Χρονικό του Μορέως).
Αλλά οι Σκορτινοί, δεν υπήρχε ανταρσία κατά των Φράγκων που να βρεθούν απ’ έξω.
Το 1264, ο Δομέστιχας Κωνσταντίνος,  ερρόγεψε (δηλαδή συγκρότησε μισθοφορικό σώμα), για να επανακτήσει το Μοριά από τους Φράγκους. Μεταξύ των 3.500 μισθοφόρων, ήσαν και 1.500 Σελτζούκοι Τούρκοι.
« … ερρόγεψε τους Τούρκους
χίλιους ερρόγεψε εκλεχτούς και άλλους πεντακοσίους,
και ήλθαν και ανατολικοί κάν άλλες δυο χιλιάδες…»
(Χρονικό του Μορέως).
Με τους μισθοφόρους αυτούς, ο Δομέστιχας Κωνσταντίνος αποβιβάστηκε στο κάστρο της Μονεμβασιάς και στη συνέχεια έθεσε υπό τον έλεγχό του όλη τη Λακωνία. Οι σλάβοι Μιλιγοί του Μιστρά και οι Εζερίτες των προπόδων του Ταΰγετου τάχθηκαν στο πλευρό του. Την επιτυχία του αυτή έκανε γνωστή στον αυτοκράτορα, που ήταν αδελφός του, κι εκείνος του έστειλε για ενίσχυση άλλες 3.000 στρατό, εκ των οποίων πάνω από τους μισούς ήσαν Τούρκοι.
Έτσι έχουμε για πρώτη φορά, το 1264,  στην Πελοπόννησο περισσότερους από 3.000 Τούρκους, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήσαν Σελτζούκοι.
Την επόμενη χρονιά, οι Τούρκοι ζήτησαν από το Δομέστιχα αύξηση της ρόγας τους (του μισθού τους) αλλά αυτός δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Οι Τούρκοι ρογγάριοι τότε, έστειλαν τους αρχηγούς τους Μελίκ και Σελίκ στην Ανδραβίδα (από το Νίκλι, δηλαδή από την περιοχή της  Τεγέας που βρίσκονταν) και ήρθαν μυστικά σε επαφή με τον Βιλεαρδουίνο, προκειμένου να διαπραγματευτούν με αυτόν την προσχώρησή τους, το χρόνο παραμονής τους και τη ρόγα τους.  Κατέληξαν εύκολα σε συμφωνία, αφού ο πρίγκιπας είχε μεγάλη ανάγκη από αποφασισμένους και σκληρούς πολεμιστές.
Έχοντας πλέον σαφή στρατιωτική υπεροχή οι Φράγκοι του Βιλεαρδουίνου, οργάνωσαν εκστρατείες για την επανάκτηση χαμένων περιοχών από τους Βυζαντινούς.
Στους Σκορτούς ( …τους άπιστους, αυτούς τους δημηγέρτες) έστειλαν τους Τούρκους μισθοφόρους, με επικεφαλής τους Μελίκ και Σελίκ, οι οποίοι πέρασαν κυριολεκτικά τους Σκορτινούς από «φωτιά και τσεκούρι».
Λέει το Χρονικό του Μορέως:
«… εισέβησαν εις τα Σκορτά οι Τούρκοι κι εσκεπάσαν,
εκάψαν κι εξειλήψασιν τον τόπο και τες χώρες,
κι όσους επιάσαν με άρματα, όλους εκατακόψαν,
κι όταν είδαν οι άρχοντες οι Σκορτινοί ετούτο,
στα όρη επροσφύγασιν και στα ψηλά βουνία…».
Ο Βιλεαρδουίνος, ήθελε βεβαίως να έχει τον έλεγχο των περιοχών αλλά προτιμούσε αυτό να γίνεται κυρίως με διπλωματικά μέσα. Η φοβερή επιδρομή των Τούρκων στα Σκορτά, οι λεηλασίες και άλλα φρικιαστικά που συνέβησαν, του δημιούργησαν μεγάλη ανησυχία και φόβο, μήπως τυχόν κάποια στιγμή η δύναμη αυτή των Τούρκων δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε από τον ίδιο. Γι’ αυτό τους πρότεινε να πάρουν τις ρόγες τους και να γυρίσουν στις πατρίδες τους.
Κάποιοι γύρισαν. Οι περισσότεροι όμως ζήτησαν να παραμείνουν στη γόνιμη και λείψανδρο αυτή περιοχή. Δέχτηκαν να βαφτιστούν χριστιανοί, παντρεύτηκαν με Ρωμηές κι εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη του σημερινού ν. Ηλείας.
«…ενέμειναν με προθυμίαν ετότε εις τον Μορέαν
και ώρισεν ο πρίγκιπας κ’ εβάφτισάν τους όλους,
έποικεν δυο καβαλλαρίους, έδωκέν τους προνοίες,
γυναίκες γαρ τους έδωκεν κι εποιήσασιν παιδία…»
Φαίνεται λοιπόν πεντακάθαρα, ότι η «μουρτατοποίηση» των Τούρκων, δεν έγινε επί Τουρκοκρατίας όπως αναφέρουν  όσοι έχουν καταπιαστεί με το ζήτημα, αλλά ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, την εποχή της Φραγκοκρατίας, το  έτος 1265.
Αλλά υπάρχει και πολύ ενδιαφέρουσα συνέχεια.  Όταν οι Βυζαντινοί το 1262, επανέκτησαν όλη τη Λακωνία, γαντζωμένοι στα μεγάλα κάστρα της Μονεμβασιάς, του Μυστρά και της Μεγάλης Μάνης, έμεινε χωρίς βαρονία ο Ιωάννης ντε Νιβηλέτ, που θα διαδεχόταν τον πατέρα του, τον Τζας, στη βαρονία του Γερακίου της Τσακωνιάς.
Ο Βιλεαρδουίνος είχε κάποια υποχρέωση στον Τζας και θέλησε να βολέψει κάπου τον γιό του (το βόλεμα των  «δικών μας παιδιών», δεν είναι νεοελληνική πατέντα). Του βρήκε μια εύφορη περιοχή, στη δυτική πλευρά του Δρόγγου των Σκορτών νότια του Αλφειού, που τη διατρέχει ο παραπόταμός του, με το θηλυκό όνομα Κόβιτσα – ο ποταμός Αχέρων του Παυσανία, του Στράβωνα, των μετέπειτα ευρωπαίων περιηγητών και του μελετητή της Ηλείας καθηγητή Γ. Παπανδρέου (ουδεμία σχέση με την πολιτική οικογένεια) – .
Έκτισε, ο Ιωάννης ντε Νιβηλέτ, το 1263 ένα κάστρο, το οποίο σήμερα οι ντόπιοι ονομάζουν «Παλιοφάναρο». Το κάστρο είχε μόνο 150 φωτιές (πολεμίστρες). Επειδή ο Νιβηλέτ δεν πλαισιωνόταν από πολλούς  Φράγκους ιππότες, ο πρίγκιπας του Μοριά Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος, του έστειλε ένα μεγάλο αριθμό Σελτζούκων Τούρκων, να καλλιεργούν τα χωράφια της περιοχής και νάχουν και το φόβο οι επιρρεπείς στις εξεγέρσεις Σκορτινοί. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια!
Η περιοχή αυτή, αναπτύχθηκε με τον ιδρώτα των ντόπιων και των φουκαράδων ρογγάριων Σελτζούκων. Καταλήφθηκε από τους Τούρκους το 1467. Οι κατακτητές, μισογκρέμισαν το κάστρο, όπως και πολλά άλλα βυζαντινά και φράγκικα κάστρα, από φόβο μη γίνουν κάποια στιγμή ορμητήρια των ραγιάδων αλλά και των αλλαξοπιστησάντων παλιών Σελτζούκων μισθοφόρων, που είχαν πλέον ταυτιστεί με το ντόπιο πληθυσμό.
Τα χωριά της περιοχής του Νιβηλέτ, συμπίπτουν με αυτά που επί Τουρκοκρατίας, αποτέλεσαν τη μεγάλη ενότητα των χωριών που ονομάστηκαν «μουρντατοχώρια». Πρόκειτα για τα χωριά: Τορνεζιάρι , που είναι η σημερινή Φρίξα. Πήρε το όνομά της  από το όνομα του Φράγκου επιστάτη Torneziere, που σημαίνει νομισματοκόπτης. Το χωριό Τόγια, που είναι το σημερινό Πλουτοχώρι. Toya, ήταν το όνομα του επιστάτη του. Το χωριό Μούντριζα, σημερινό όνομα Γρύλλος, από το όνομα του γιού του ιστορικού Ξενοφώντα, ο οποίος σκοτώθηκε εκεί κυνηγώντας αγριογούρουνα. Η περιοχή Mati micro του χωριού Μάζι, σημερινό όνομα Σκιλλουντία,  όπου κι ο ναός της Εφεσσίας Αρτέμιδας, χτισμένος από τον ιστορικό Ξενοφώντα, μετά από χρησμό του Μαντείου των Δελφών, ο οποίος έζησε εκεί εξορισμένος από τους Αθηναίους, λόγω της φιλίας του με του Λακεδαιμονίους. Οι οικισμοί Κουτσουχέρα και Ζουνάτου, του χωριού Μπρουμάζι, σημερινή ονομασία Διάσελλα (ιδιαίτερη πατρίδα του υποφαινομένου, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω).
Αμέσως μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους, η πλειονότητα των  Σελτζούκων Τούρκων της περιοχής, συντάχτηκαν με τους κατακτητές για να αποκτήσουν προνόμια. Οι γνήσιοι Τούρκοι όμως τους θεωρούσαν κατώτερους, προδότες, αλλαξοπιστημένους, μολυσμένους  κι αποστάτες και τους αποκαλούσαν μουρτάτες, όλους δε αυτούς τους οικισμούς μουρτατοχώρια.
Τα χωράφια των συνοικισμών του Ιωάννη ντε Νιβηλέτ,  σύντομα έγιναν τούρκικα τσιφλίκια. Πολλά χωράφια σήμερα, σ’ αυτά τα χωριά ονομάζονται «Νταβηλάδες», για να μας θυμίζουν ότι κάποτε ανήκαν στον «Ντενιβηλέτ».
Βεβαίως υπήρξαν κι άλλα χωριά της νυν  επαρχίας Ολυμπίας που είχαν μουρτάτικους μαχαλάδες  αλλά σκόρπια, όπως: Τζάχα (Καλλιθέα), Ζούρτσα (Φιγαλεία), Χρίστιανα (Κρέστενα), Ρίσοβο (Κρουνοί), Αλή Τσελεπή (Σαμικό).
Είναι ίδια περίπτωση όμως με τα μουρντατοχώρια της περιοχής του ντε Νιβηλέτ; Ίσως όχι, ίσως ναι. Μόνο μια ενδελεχής ιστορική έρευνα σε πρωτογενείς πηγές μπορεί να μας δώσει την απάντηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: