Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Οι oινοπώλες των Αθηνών

Του Θεόδωρου Μπενάκη

Το ελληνικό κρασί σήμερα σημειώνει επιτυχίες ως προϊόν μιας σύγχρονης οινοποιίας. Αλλά η κατάσταση δεν ήταν ίδια στην αυγή της παραγωγής του ελληνικού κρασιού, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το κρασί το έφτιαχναν οι οινοπώλες και όχι οι οινοποιοί. Τότε οι πρωτοπόροι του κρασιού άρχιζαν να συνειδητοποιούν ότι αποτελούν ξεχωριστή ομάδα με ίδια συμφέροντα.

Εχθρος τους η μπίρα, η νομοθεσία, τα ωράρια, το χαλασμένο κρασί και κύριο μέλημα η ποιότητά του και η συντήρησή του. Μια βόλτα στα πρώτα βήματα του αθηναϊκού κρασιού μέσα από ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε το Σωματείο Οινοπωλών το 1934, μας δίνει μια άλλη διαφορετική εικόνα του κόσμου του κρασιού.


Μέχρι το 1897 οινοπώλες και οινοπαντοπώλες αποτελούσαν μια ενιαία κατηγορία επαγγελματιών και βρίσκονταν συγκεντρωμένοι σε μια κοινή επαγγελματική οργάνωση που είχε τη μορφή εταιρείας: την εταιρεία των οινοπαντοπωλών.

Τότε, οι οινοπώλες, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν πλήθος ζητημάτων που διαχωρίζουν τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους από εκείνα των οινοπαντοπωλών, αποφάσισαν να πάρουν τον δικό τους δρόμο, ιδρύοντας το δικό τους Σωματείο των Οινοπωλών.

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι δημιουργοί του κρασιού εκείνης της εποχής ήταν πολλά και ορισμένα από αυτά προκαλούσαν ζημιές στην αγορά. Ενα από αυτά ήταν η ανησυχία του κόσμου για τη νοθεία στο κρασί. Πρακτικοί οινοπώλες χρησιμοποιούσαν διάφορα συστατικά όπως το «σαμπελικόν οξύ» ή την κινίνη για να διορθώνουν το κρασί τους.

Η κινίνη ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ευρώπη και πολλοί φαρμακοποιοί πειραματίζονταν στη μίξη κινίνης και κρασιού (σε έναν τέτοιο πειραματισμό οφείλεται και η δημιουργία του Barolo Chinato που, χωρίς να πρόκειται για εξαιρετικό ποτό, είναι μια ενδιαφέρουσα τοπική σπεσιαλιτέ της περιοχής του Αστι στο Πιεμόντε της Ιταλίας).

Κάποιος οινοπώλης στον Πειραιά εισήγαγε από την Ιταλία το θειώδες ασβέστιο και φαίνεται ότι η μέθοδός του είχε επιτυχία και έγινε ανάρπαστη. Μια γνωστή φαρμακαποθήκη της εποχής, η Φαρμακαποθήκη Κρίνου, άρχισε να πουλά ευρέως το νέο «φάρμακο για το κρασί».

Σε φυλλάδιο που εξέδωσε το Σωματείο Οινοπωλών το 1934 περιγράφεται η περίοδος: «Οι Οινοπώλαι προσέτρεχαν, όσοι είχαν οίνους βεβλαμμένους και επρομηθεύοντο τούτο εκ της άνω αποθήκης, η οποία πωλεί εκ της αυτής θυρίδος και Αμίαντα, δηλαδή φωτοβολίδας Αουερ, είχε δε και επιγραφή προ της θυρίδος διαγωνίως ΑΜΙΑΝΤΑ. Η επιγραφή αυτή εξελήφθη ότι αφορά το θειώδες ασβέστιον, ολίγον δε κατ” ολίγον ο φαρμακοποιός και οι Οινοπώλαι το μεταβάπτισαν εις Αμίαντον του κρασιού.

Αλλά τότε ο κύκλος ήτο στενός και το φάρμακον εγνώσθη και εγενικεύθη η γνώμη, ότι οι Οινοπώλαι βάζουν αμίαντα στο κρασί». Αποτέλεσμα, ένα μεγάλο σκάνδαλο με το οποίο ασχολήθηκε ο Τύπος της εποχής. Και το νεαρό σωματείο αναγκάστηκε να αναθέσει σε χημικούς την ανάλυση των κρασιών, ώστε να αποδείξει ότι αυτά που έφτιαχναν τα μέλη του ήταν καθαρά και να πληρώσει 15 δραχμές (!) σε καταχωρίσεις που αποκαθιστούσαν τη φήμη του αθηναϊκού κρασιού.

Ομως εκτός της νοθείας και άλλα θέματα είχαν ανάγκη ρύθμισης. Οπως το πότε θα γίνεται ο τρύγος, την εποχή του οποίου συμφώνησαν τα μέλη. Το σωματείο επίσης όρισε επόπτες που είχαν την ευθύνη να παρακολουθούν τον τρύγο και τη μεταφορά του γλεύκους ώστε να αποφεύγονται νοθείες με νερό.

Εκείνη την εποχή παρατηρούνται και οι πρώτες απόπειρες της επιστήμης να εμπλακεί στον κόσμο του κρασιού. Αναφέρεται λοιπόν ότι ένας οινολόγος ονόματι Ν. Σπετσέρης ζήτησε χρήματα από το σωματείο για να δημοσιεύσει έναν οδηγό οινοποιίας, αλλά του τα αρνήθηκαν. Τόσο οι οινοπώλες όσο και η κοινή γνώμη ήταν ακόμα ιδιαίτερα καχύποπτοι στους «γιατρούς του κρασιού», είτε ήταν επιστήμονες είτε πρακτικοί.

Ενας μεγάλος εχθρός: η μπίρα

Στις αρχές του 20ού αιώνα ένας νέος κίνδυνος εμφανίζεται. Η διάδοση πλέον της μπίρας απειλεί το κρασί. Οσοι από την καλή κοινωνία πίνουν κρασί προτιμούν εκείνο που εισάγεται από τη Γαλλία, ενώ το αθηναϊκό κρασί θεωρείται δεύτερο είδος, κατάλληλο για τους χωρικούς και τους εργάτες. Ακόμα, τα ζυθοπωλεία μένουν ανοιχτά πιο αργά από τα οινοπωλεία προκαλώντας και άλλες απώλειες πελατείας. Οι οινοπώλες διαμαρτύρονται με υπομνήματα το 1906, το 1908 και το 1910.

Αλλά παρά την αποτυχία τους να δημιουργήσουν κρασί ποιότητας και να το συντηρήσουν έτσι ώστε να μη χαλάει, παραμένουν καχύποπτοι και αρνητικοί απέναντι στη χείρα βοηθείας που τους δίνει η επιστήμη. Η προσφορά ενός χημικού, του Πλούταρχου Ζέρβα, να κάνει διάλεξη εξηγώντας στους οινοπώλες πώς να φτιάχνουν το κρασί, απορρίπτεται!

Ομως ο θρίαμβος της επιστήμης ήταν τελικά κοντά. Η επιμονή του Σπετσέρη απέδωσε. Ο ίδιος κατάφερε να μαζέψει μια μικρή ομάδα οινοπωλών και να τους μυήσει στην τέχνη του κρασιού. Ενας ακόμη επιστήμονας, ο Ρουσόπουλος, καταφέρνει να ιδρύσει «Ακαδημία» με μια μικρή ομάδα οινοπωλών. «Ηρχησαν και ούτοι εν κρυπτώ εργαζόμενοι.

Ολίγον κατ” ολίγον έπεισαν τινάς, ότι αι ασθένειαι των Οίνων μόνον προλαμβάνονται διά της καθαριότητος και της διορθώσεως του γλεύκους. Και μετά πολλούς κόπους και επιμονήν αφάνταστον έκαμαν τους πρώτους πυρήνας πελατών των. Οι Κουρτάκις, Βογιατζής, Κισσόπουλος, Ανέλλος, Πύρλας και άλλοι με μαρτυρικήν όντως προσπάθεια προσέφεραν τας υπηρεσίας των».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 όλοι σχεδόν οι οινοπώλες χρησιμοποιούσαν οινολόγους ή χημικούς, κρύβοντας όμως ακόμη το γεγονός αυτό. Η κοινή γνώμη θεωρούσε ακόμη ότι ο οινολόγος επεμβαίνει για να διορθώσει το χαλασμένο κρασί και όχι να βελτιώσει την οινοποίηση. Γι” αυτό και εξακολουθούσαν να τους αποκαλούν γιατρούς!

Μια νέα περίοδος άνοιξε για το ελληνικό κρασί το 1925. Τη χρονιά αυτή την προεδρία του σωματείου ανέλαβε ο Μιχαήλ Ανδριώτης, ένας άνθρωπος με όραμα για το μέλλον του ελληνικού κρασιού. Με σύνθημά του το «η επιστήμη είνε ο μόνος σωτήρ και ο μόνος βοηθός του Οινοπώλου», επέβαλε την είσοδο του ελληνικού κρασιού στη νεότερη εποχή. Η οινοποιία άρχισε να διδάσκεται, αρχικά σε εκατό οινοπώλες, από τον Χρήστο Κουτσογιαννόπουλο, που ήταν επιμελητής της Οινολογίας στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή.


Και παράλληλα άνοιξε η συζήτηση ανάμεσα στους ανθρώπους του κρασιού και την πολιτεία: φορολογία, αργίες, ρυθμίσεις στην πώληση, στις τιμές του γλεύκους. Χρειάστηκαν αρκετές δεκαετίες μέχρι να φτάσουμε στο σημερινό κρασί, με τις διαφορετικές ποικιλίες και τη φιλοδοξία να βγει δυνατά έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Αλλά οι παππούδες των σημερινών παραγωγών έδωσαν τη δική τους, ρομαντική για μας σήμερα, μάχη για το ελληνικό κρασί.

 http://www.efsyn.gr/?p=11404