Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

«ΠΑΡΙΣ». Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ «ΕΛΕΙΕ», ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ «ΛΕΛΕ»



«Για τον εγγονό μου Πάρι, τεσσεράμιση χρονών,
που πριν δύο χρόνια με έλεγε Ελειέ,
τώρα με λέει Λελέ
και Γιαγιά ποτέ!»


Αμάν
Έριξε ο άνεμος το πεύκο, ψιλόλιγνος γερμένος στο βοριά καπνός.
Μέσα στο κτήμα του Μακρύ Γιαλού, ανάλαφρα ριζώματα μες τις πλαγιές του λόφου.
Ούρλιαζαν βρυχηθμούς κάτω τα κύματα,
ξεσπούσαν αφρισμένα πάλλευκα, στα πόδια γίγαντα,
του μικρού χωμάτινου παράλιου βουνού.

Φύτρωνε με κλίση το λαβωμένο πεύκο,
 ανάμεσα σε δέντρα κορμιά, 
εκείνα παράλληλα σε χώματα παχιά
όλα ανάγλυφα ζωγραφισμένα.
Άγγιζες πάνω τους χαράγματα φλοιού, αγκάλη του κορμού

«Τι έγινε Λελέ;», φώναξε ο Πάρις, τεσσεράμιση χρονών
«Έπεσε το πεύκο στην αυλή, μωρό μου, απ΄τον αέρα»
«Αμάν! Τι θα κάνω;» φώναξε τρέχοντας στην πόρτα ο μικρός μου.
«Τίποτα εσύ, χαρά μου, ο μάστορας θαρθεί!»

«Αα καλά Λελέ»
Ησύχασε η άμετρη ευθύνη του.
Πόσο τον αγαπάς και ανησυχείς που νοιάζεται,
θα τον νοιαστούν αργότερα κι εκείνον;


Προβάλει νωρίς  υπευθυνότητα, στα απαλά του νύχια
Πόσο τον αγαπάς που νοιάζεται
Τυχεροί αυτοί που θα τον ζούνε.
Αλί και τρεις αλί και αλίμονο
αν  διανοηθούν χωρίς αγάπη κοντά του να βρεθούνε!


Θα κάτσω με τη Λελέ μου
        Το ..λήλατο κι ο τζίγκαγκας  (Το ποδήλατο κι ο τζίτζικας)

Είχε χορτάσει αγκαλιές από τη μάνα του
Αγάπη και φροντίδα από τον παππού του
Παιχνίδια αγορίστικα με τον καλό πατέρα του, ο Πάρις

Όταν ερχόταν  η γιαγιά-Λελέ στο σπίτι
μοίραζε ρόλους και δρόμους στον καθένα.
«Μαμά (θ)α πάει  (δ)ουλειά
 Ε (και) μπαμπάς (θ)α πάει (γρ)αφείο
Ε παππού (σ)το σπίτι σου
Εγώ (θ)α κάτσω  τη Λελέ μου»

«(Θ)α πέτσ(ξ)ουμε Λελέ μου;»
Έσκαγαν όλοι στα γέλια
και η Λελέ στο πάτωμα,
 παίζει μαζί του ό,τι  ζητούσε

«Αγιά-attack» με τα σπαθιά
Πόδια, την τρόμαζαν, κουνγκ φου γωνίες στον αέρα
Μπάλα για ώρες, εκατό επαναλήψεις

Όταν ανάβανε τα αίματα, εκείνη έφερνε χαρτιά μπογιές
Έλεγε ιστορίες να τον ηρεμήσει
 «σ(ξ)ανά» και στο λόγο, ό,τι του άρεσε, μυριάδες φορές ..σανά

Τέλος, μεγάλη αγάπη, μαζί με φαγητό το «Πίτιες»
Στα τεσεράμιση, γίγαντες ήρωες, Spiderman-Peter Parker,
το εξελληνισμένο «Πίτιες»
Optimus prime και bumbblebee
Transformers, Robots τρελή αγάπη, τους λατρεύει, αγόρι!

«Πάρουμε πεσίζι  (παιχνίδι) Λελέ μου;»
«Αύριο μανάρι μου»
Πού να το ξεχάσει;
Πρώτη δουλειά την άλλη μέρα παιχνιδάδικο
μόλις τελειώνει το σχολείο
Πρώτη χρονιά στο νηπιαγωγείο!

Αν τύχαινε να μην πάει μαζί με όλους να τον πάρει απ΄το σχολείο
όχι για το πεσίζι, πάντα τη γύρευε.
Κλάματα, τη ζήταγε,  «που είναι η Λελέ μου;»

Γυρίζοντας στο σπίτι, έτρεχε με το ..λήλατο στην απλωτή βεράντα
Να κυνηγήσει το λαβωμένο τζίγκαγκα που έπεσε απ΄το δέντρο.
Πίσω του, να τον ζωντανέψει που σέρνονταν στο πάτωμα
μέχρι το ελάχιστο σε ύψος κάγκελο,
της βεράντας  του παράλιου λόφου.

Ουρλιάζει πίσω του η Λελέ…. «φτάνει Πάριιιιι!»
«Μη φοβάσαι Λελέ μου .…τοίτα (κοίτα)!»
Έχει γυρίσει τα θαλασσένια μάτια του πάνω της,
τα πόδια-φρένα αγγίζουν το τσιμέντο.
Της δείχνει, ξέρει,
μπορεί, όπου θέλει, το ..λήλατο να σταματάει!
Κι εκείνη, βάζει ξανά τον τζίγκαγκα στο δέντρο,
να δυναμώσει!

Πόσο τον αγαπάει
που έχει δυνατό συναίσθημα, που νοιώθει και δείχνει
πόσο αμοιβαία κι εκείνος, ο μικρούλης της,
ξέρει να νοιάζεται και ν΄αγαπάει!


Ταξίδι στην Αθήνα

«(Θ)άρτ(θ)ω μαζί σου Λελέ μου, πάμε Τίνα (θειούλα) στην Αθήνα»
«Έχει μωλ(ρ)ό η Τίνα στην κοιλιά, είναι μικλ(ρ)ό»
Όταν έφυγε μόνη, κλάματα, την έπαιρναν τηλέφωνο,
να την ακούει ο Πάρις.

«Γυρίσεις Λελέ μου; Έλειψες μου»
Τι λόγια, τι συγκίνηση να της λέει τεσσεράμιση χρονών
«Έλειψες μου (μου έλειψες)»
«Κι εμένα μου έλειψες μωρό μου, δεν θ’ αργήσω»

Όταν γυρίζει εκείνη από Αθήνα,
επέστρεφε κι ο Πάρις από εκδρομή με τους γονείς
πάνω στα βουνά, στο ορεινό ανάγλυφο νησί

Μόλις τη βλέπει τρέχει με ορμή απάνω της
«Λελέ μου, Λελέ μου» σφιχτή αγκαλιά
Κρατάει στα χέρια του κυκλάμινα μπουκέτο
Τα μάζεψε μόνος του
«Για σένα» της λέει,
βαθύ μπάσο ηχόχρωμα, της σκέψης.
Κι εκείνη μυρίζει να καταπιεί το δάκρυ της
Τι να του πει,  φτωχαίνει ξαφνικά το αλφάβητο
δε γίνεται να ξεστομίσει λέξεις!

Τρίτη φορά που φέρνει λουλούδια στη γιαγιά-Λελέ
δάχτυλος της τρυφερής του μάνας.
Ορχιδέες για το νέο βιβλίο της Λελές
Και πάλι στη γιορτή της, 17 Σεπτέμβρη


«Τι να σου κάνουν χάπια Έκστασης
δυστυχισμένε, πανέμορφε νέε του Μετρό,
που σε συνάντησα άπλυτο, γερμένο, ξεδοντιάρη
μες τα βαγόνια του συρμού!
Έτρεχαν όλοι, κλείνοντας μύτες, να φύγουν μακριά σου.
Δεν ήταν ποτέ η «Λελέ» σου εκεί, μαζί με τους γονείς,
να σε γιατρέψουν για να πορευτείς;»

«Τι έκανες μόνος σου στο Μετρό, κάτωχρε γέροντα
που λιποθύμησες μπροστά μου;
Φύγαν τα ψεύτικα δόντια σου.
«Ζει;» φώναζαν κάποιοι


«Καθόσουν κι έγειρες πλάι, πάνω στο κάθισμα,
στη γραμμή για το Μοναστηράκι!
Πιάνω σφυγμούς, συνέρχεσαι,
νερό στο πρόσωπο σου ρίχνουν άλλοι.
Και ο ξένος που παρουσιάστηκε αιφνίδια για συγγενής;
Που πήγατε μετά μαζί;»

«Δεν έγινες εσύ «Λελέ –Πουππούς»
να σε γιατρέψουν για να πορευτείς;

Να τους γεννήσεις και να ξαναγεννηθείς;»

ΣΟΦΙΑ ΑΡΑΒΟΥ- ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ