Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Μπονάνος Γεώργιος



Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός


 Γεννήθηκε στο Βουνί της Παλικής- Ληξουρίου το 1863.  Ήταν το πέμπτο παιδί του Αθανάσιου Μπονάνου και της Μαρίας Χωραφά Ρακαντζή. Η  οικογένεια Μπονάνου είχε αξιόλογη κτηματική περιουσία στην Κατωγή Παλικής, όπου και ασκούσε σημαντική επιρροή σε αυτήν την περιοχή.   
Σε ηλικία 10 ετών, ο Τζώρτζης όπως τον αποκαλούσαν οι συγγενείς του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ζούσαν τ’ άλλα του αδέλφια, τα οποία διέπρεπαν ως καλοί πιλοποιοί. Παρά την αντίδραση των αδελφιών του σπούδασε γλυπτική στο  Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας, στο τμήμα γλυπτικής, όπου φοίτησε επτά έτη με καθηγητή τον  Λεωνίδα Δρόση, ενώ παράλληλα εργαζόταν στο μαρμαρογλυφείο του Δημητρίου Φιλιππότη, όπου και συνέχισε να εργάζεται και μετά την αποφοίτησή του. Οι σπουδές του ήταν επιτυχείς, λόγω που πάντα  είχε διακρίσεις.

  Στο εργαστήρι του Φιλιππότη δημιούργησε το πρώτο του έργο, το «Νάρκισσο», το οποίο αγόρασε με σεβαστό ποσό ο ομογενής έμπορος από την Αγγλία, Σωτήριος Χατζόπουλος. Η αμοιβή αυτή, «έσπρωξε» τον νεαρό καλλιτέχνη Γεώργιο Μπονάνο, να αναζητήσει την τελειοποίηση της τέχνης του στην γειτονική Ιταλία.   
  Έφυγε το 1883  για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Regio Istituto di Belle Arti της Ρώμης, όπου παρακολούθησε  για πέντε περίπου χρόνια τα μαθήματα των καθηγητών Antonio Allegretti  και  Gerolamo Masini, μαθητών του Κανόβα, και από τους οποίους επηρεάστηκε στην μετέπειτα  κλασικιστική γλυπτική του δημιουργία. 
Το 1888 επέστρεψε στην Αθήνα, στο εργαστήριο του Λεωνίδα Δρόση, όπου εργάστηκε για λίγο διάστημα. Λίγο πριν το 1900  μετακόμισε στην πατρική οικία στους Αμπελόκηπους, όπου και εγκατέστησε και το εργαστήριό του.
Την περίοδο αυτή παντρεύτηκε την Αθηναία αστή, Αρσακειάδα,  Σοφία Βαμπά, και μαζί της απέκτησε δέκα παιδιά, τέσσαρις γιούς και έξι θυγατέρες.
 Ο Γεώργιος Μπονάνος  αφοσιώθηκε στην τέχνη του και δούλεψε ακατάπαυστα το μάρμαρο, αφήνοντας έργα εξαιρετικά και υπολογίσιμα μέσα στην ελληνική πλαστική. Κατάφερε με το έργο του να αναγνωριστεί σχετικά σύντομα, ιδίως από την ανερχόμενη αστική τάξη, ως αξιόλογος  και ανερχόμενος γλύπτης.
Το όνομά του αναφερόταν μέσα σε σύντομο χρόνο πλάι στους λαμπρούς γλύπτες, όπως του Φιλιππότη, του Θωμόπουλου, του Ρούμπου.
Δεν απόφυγε τις δραστηριότητες που είχαν σχέση με την τέχνη του, με αποτέλεσμα να εκλεγεί πρόεδρος και σύμβουλος ανάλογων  Σωματείων και Καλλιτεχνικών  Ενώσεων, που αφορούσαν τη γλυπτική.
Το 1911  διορίσθηκε καθηγητής ως διάδοχος του Λάζαρου Σώχου, στο Πολυτεχνείο. Πολύ σύντομα όμως παραιτήθηκε, καθώς το υπόμνημά του και οι προτάσεις του για μέτρα σχετικά με την αναδιοργάνωση της σχολής στον τομέα της γλυπτικής και ζωγραφικής, γενικά για την καλλιτεχνική παιδεία δεν βρήκαν ανταπόκριση. Μάλιστα, δημιούργησε δυσαρέσκεια τόσο στο Υπουργείο όσο και σε  ορισμένους καθηγητές συναδέλφους του. Η καθηγήτρια Πανεπιστημίου  Ιωαννίνων, Δώρα Μαρκάτου, στη  διδακτορική της διατριβή για τον σπουδαίο καλλιτέχνη, αναφέρεται στην παραίτηση και στάση του από τη ΑΣΚΤ, γράφοντας, « ... είναι φανερό, ότι ο Γεώργιος Μπονάνος αμφισβητεί την παρεχόμενη καλλιτεχνική εκπαίδευση, ειδικά εκείνη της γλυπτικής, και συγχρόνως αξιώνει από την Πολιτεία  τη χάραξη μιας  καλλιτεχνικής πολιτικής. Επισημαίνοντας τις αιτίες της κακοδαιμονίας της Σχολής και την αδυναμίας της να εκπαιδεύσει επαρκώς τους μαθητές της, με όσα προτείνει στον Υπουργό  Παιδείας και το Διευθυντή της ΑΣΚΤ, δίνει το στίγμα των δικών του αντιλήψεων- και όχι μόνο- για την καλλιτεχνία και  την καλλιτεχνική εκπαίδευση»
    Η απομάκρυνση του από τη θέση του Πολυτεχνείου του έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθεί  απερίσπαστα και ελεύθερα με τη γλυπτική και να δώσει πλήθος από έργα. Δεν περιορίστηκε σε καμιά θεματική κατηγορία, αφού ασχολήθηκε επιτυχώς με τον ανδριάντα, με την προτομή, με το ταφικό μνημείο, με την αναμνηστική στήλη, με το ανάγλυφο και το πολυπρόσωπο σύμπλεγμα..
Έζησε μια ήσυχη ζωή μέσα στην πολυμελή οικογένειά του, έχοντας μοναδική εξωκαλλιτεχνική απασχόληση τη δραστηριότητά του στη Λέσχη των Φιλελευθέρων, καθώς ήταν πολύ Βενιζελικός. 
Δούλευε ακατάπαυστα και ακούραστα, ώστε να αναδειχτεί σε πραγματικό μαρμαροφάγο. Στα έργα του φαίνεται μια εκλεκτικιστική μορφοπλαστική διάθεση που τον ανάγκασε να μη χρησιμοποιεί στο ένα έργο κλασικιστικά στοιχεία και στο άλλο ρεαλιστικά, αλλά στο ίδιο γλυπτό να συνυπάρχουν  χαρακτηριστικά πολλών  στιλιστικών προελεύσεων. 
Έργα του βρίσκονται σε όλη την Ελλάδα (Αθήνα, Πειραιάς, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο, Εύβοια, Γραβιά, Αρτοτίνα, Βέροια, Μεσολόγγι, Κοζάνη. Αίγιο Ναύπλιο, Πύργο,  Ύδρα, Άνδρο, Σκύρο Λέσβο, Χίο, Ψαρά και σε άλλα μέρη). 
Μόνο στο Α΄ Νεκροταφείο  Αθηνών υπάρχουν γύρω στα 33 ταφικά μνημεία, με σπουδαιότερα, το μνημείο  του Γεωργίου Π. Στολμπατζή «Η Στέλλα»- στο τύπο της κοιμωμένης- έργο ανάλογο με εκείνο του Χαλεπά και το ταφικό μνημείο του Βιτσάρη. Επίσης, αξιόλογα είναι τα ταφικά μνημεία: του  Γεώργιου Λαμπίρη, του Παναγή  Α. Χαροκόπου, της οικογένειας Αντωνίου Κιμουλάκη,  του Ανδρέα Συγγρού, του Germain Henrighsen, της οικογένειας Κάντζου.
Πάνω από 30 έργα  βρίσκονται στην Κεφαλλονιά, τη γενέτειρα νήσο του, σε κτήρια δημόσια, σε κοιμητήρια, σε πλατείες, και άλλα σε  δημόσιους χώρους.
Πολλά έργα του βρίσκονται και στο εξωτερικό, στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο, στην Κύπρο και αλλού. Μια σειρά από αντίγραφα αρχαίων ελληνικών έργων, που αγοράστηκαν κυρίως από τουρίστες βρίσκονται σε πολλά μέρη του εξωτερικού.
Αξίζει μια μικρή αναφορά σε κάποια από τα αξιόλογα έργα του και σε ποιον τόπο βρίσκονται. Ο ανδριάντας του  Ανδρέα Μιαούλη στην πλατεία της Ερμούπολης στη Σύρο, του ευεργέτη  Ιωάννη Βαρβάκη στο Ζάππειο, των  Κεφαλλήνων αδελφών  Βαλλιάνου στην Εθνική Βιβλιοθήκη, του Π. Βαρνάζου στη Μυτιλήνη, του Ι.  Καποδίστρια στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι  προτομές και οι ανδριάντες που ξεχωρίζουν είναι: του Ανδρούτσου στη Γραβιά, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη Μεσσήνη, του Θεόφιλου Καΐρη στην Άνδρο, του Βύρωνα, του Διάκου και άλλων σπουδαίων προσωπικοτήτων. 
Κατασκεύασε το πρόπλασμα ενός τεράστιου –αρχιτεκτονικογλυπτικού- έργου για Πανελλήνιο Ηρώο του Εικοσιένα, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε. Έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις και έλαβε τιμητικές διακρίσεις. Στην έκθεση της Δ΄ Ολυμπιάδας  στο Ζάππειο το1888 πήρε το αργυρό μετάλλιο, καθώς και αργυρό  το 1900 στη Διεθνή Έκθεση Χανίων. 
Το1900 ο Μπονάνος παρουσίασε το έργο «Νανά» στην Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι και τιμήθηκε με το χάλκινο μετάλλιο. Το 1938 το εξέθεσε στην Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο. Τολμηρό για την εποχή, προκάλεσε ποικίλα σχόλια. Ο ίδιος ο γλύπτης, πάντως, υιοθέτησε αργότερα τον τίτλο "Κυνηγέτις". Η αλλαγή αυτή ίσως οφείλεται στην ελληνοκεντρική ιδεολογία του Μπονάνου. Το έργο έχει στοιχεία αρχαιοελληνικά και άνετα μπορεί να πει κανείς πως μοιάζει με τη  Θεά Άρτεμη που σαγήνευε τα ζώα και εδώ μετατρέπεται σαγηνεύτρα των ανδρών  
Ο Γεώργιος Μπονάνος έζησε σε μια περίοδο μεταβατική για τη νεοελληνική γλυπτική, όταν αρκετοί καλλιτέχνες είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν το ύφος και τα θέματα του κλασικισμού και να στρέφονται στο ρεαλισμό.
Ο σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 77 χρόνων στις 10 Μαΐου 1940 στην Πολυκλινική Αθηνών, αφήνοντας ένα μεγάλο αριθμό από έργα στερεώνοντας με το δικό του τρόπο την Ελληνική Καλλιτεχνία. Η κηδεία του έγινε  την Κυριακή, 12 Μαΐου δημοσία δαπάνη και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
  Το 1912 ο Αλέξανδρος  Φιλαδέλφευς γράφει στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά” Τόμ. 15, Αρ. 1(1912), σ.σ.344 -347 τα πάρα κάτω ωραία και ρομαντικά για τον γλύπτη : «Φύσις καλλιτεχνική από κεφαλής μέχρι ποδών. Γλυκύτατος, αγαθός, προσυνής με το μειδίαμα εις τα χείλη ο κ. Μπονάνος κατακτά πάντα γνωρίζοντα αυτόν. Αλλά πόσον ολίγοι τον γνωρίζουσι ! Σχεδόν δεν κατοικεί εις τας Αθήνας. Εξόριστος εις την θελκτικήν εξοχήν των Αμπελοκήπων, ανίδρυσε με ιδιάζουσαν  ιδιορρυθμίαν…»
Η ζωή και το έργο του Γεώργιου Μπονάνου απετέλεσε διδακτορική διατριβή της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κας Θεοδώρας Μαρκάτου. Η διδακτορική διατριβή ανατέθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τελείωσε το 1992. Πρόκειται για μια υπέροχη εργασία που διαφωτίζει με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του μεγάλου γλύπτη.
Το παραπάνω σύντομο βιογραφικό για τον Γεώργιο Μπονάνο στηρίχθηκε στην ανάλογη βιβλιογραφία για τον καλλιτέχνη, πρωτίστως όμως στην διατριβή της καθηγήτριας  Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κας Θεοδώρας Μαρκάτου